Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

120 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΜΙΛΟΥΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ!


14 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ - ΗΜΕΡΑ ΤΩΝ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΩΝ και ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ! 

Πολλοί είναι αυτοί που καταδικάζουν την ημέρα αυτή! Την είπανε ημέρα των εμπόρων, ημέρα των παιδιών, ημέρα για τους χαζούς και άλλα πολλά! 
Εγώ ένα ξέρω! Πως ο ΕΡΩΤΑΣ χρόνια και ηλικία δεν κοιτά! Και ναι, τον ερωτα και την αγαπη την γιορταζουμε καθε μέρα, μα... ειναι κακο να εχουν όλα μια ημέρα? Γιορτάζουμε την ημέρα της γυναίκας, την ημέρα της μητέρας, του πατέρα, και γενικά εχουμε ολου του είδους τις γιορτές! ΝΑΙ λοιπον στον ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗ! 
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ σε όλους τους ερωτευμενους!
Ζητησαμε απο 120 συγγραφεις, (να με συγχωρεσετε σε οσους δεν εστειλα μηνυμα αλλα ειστε παρα πολλοι και ηταν και λιγο της τελευταιας στιγμης η ιδεα,) να μου στειλουν ενα μικρο αποσπασμα δικο τους η απο καποιο βιβλιο τους! Σας ευχαριστω όλους θερμά για την αμεση θετικη ανταποκριση σας! Θα τολμήσω να παραθέσω κι εγω ενα μικρο δικο μου κειμενακι ετσι για το καλο της ημερας:

Κοίταξα τ’ αστέρια που αντικαθρεφτίζονταν στην ήρεμη επιφάνεια της θάλασσας. Ήταν σαν ο Θεός να’χε σπείρει εκατομμύρια φωτάκια στον ωκεανό που αντανακλούσαν μ’ όλη τους τη δύναμη τη μαγεία της νύχτας. Αφηρημένη όπως ήμουν κοιτάζοντας πέρα μακριά την πανέμορφη θέα, με πλησίασε απαλά και κοιτώντας με στα μάτια μού είπε:
«Λατρεύω τα’ αστέρια έτσι όπως αντικαθρεφτίζονται μέσα στα μάτια σου.»
Εγώ λίγο αμήχανη, γέλασα χωρίς να πω κάτι. Τότε εκείνος μου ξανάπε:
«Λατρεύω τον κόσμο έτσι όπως δείχνει όταν λάμπει μες απ’ το χαμόγελό σου.»
Τον κοίταξα λίγο εξακολουθώντας να είμαι σιωπηλή. Ύστερα τον αγκάλιασα όσο τρυφερότερα μπορούσα. Καθώς έγειρα να φιλήσω τα χείλη του, μου ξανάπε:
«Λατρεύω τον κόσμο έτσι όπως γλυκαίνει απ’ την καρδιά σου.»
Όλα όσα μου είπε, τα είχα ακούσει ξανά και ξανά σε διάφορες εκδοχές από κείνον. Αλλά κάθε φορά ηχούσαν στ’ αυτιά μου σα να’ ταν η πρώτη φορά. Αγαπούσα τρελά αυτόν τον άνθρωπο γιατί αγαπούσε τον κόσμο επειδή… ζούσα μέσα του. Τα «σ’ αγαπώ» που μου χάριζε δεν ήταν ποτέ στερεότυπα και τετριμμένα. Είχαν μέσα τους το άρωμα της ζωής κι όπου κι αν κοίταζα είχαν πάνω τους ζωγραφισμένο το όνομά μου σε άπειρες αποχρώσεις. Ήμουν σίγουρη πως αν η Αγάπη είχε λαλιά, θα μιλούσε με τη δική του φωνή προσέχοντας πολύ να ταιριάζει με τη μελωδία της καρδιάς του…


... Όταν ένας έρωτας γεννιέται ανάμεσα σε δυο ανθρώπους, είναι σαν να γεννιέται ένας Θεός. Ο έρωτας είναι Θεϊκό δώρο... Είναι η ιστορία της ανθρωπότητας. Είναι η δύναμη που σπάει όλα τα τείχη κι όλα τα ανθρώπινα όρια, που φθάνουν μέχρι και τον παραλογισμό, στον φανατισμό και στη συναισθηματική εξουσία του ενός προς τον άλλο.... Τίποτα δεν μπορεί να θεωρηθεί κακό ή ανήθικο στον έρωτα και κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει και να καταδικάσει δυο ερωτευμένους.......  

Απόσπασμα από το μυθιστόρημά, "Μη ρωτήσεις ποτέ το γιατί" εκδόσεις ΑΛΚΥΩΝ


Να αγαπάς.... 
Να αγαπάς χωρίς να νοιάζεσαι για τις συνέπειες!!! 
Δεν ήρθε η αγάπη με ημερομηνία λήξης ούτε με οδηγίες χρήσεως!!! 
Άρα αυτόματα ούτε προσδιορίζει...ούτε καθορίζει τι πώς πού και γιατί!!! 
Να αγαπάς σαν να μην υπάρχει αύριο γιατί απλά αυτό το αύριο ποτέ μπορεί να μην έρθει...κι αν έρθει θα έχεις να θυμάσαι το όμορφο το χθες που το έζησες στο απόλυτο!!! 
Να αγαπάς γιατί η καρδιά σου το έχει ανάγκη να συναντήσει μια καρδιά να μοιράσει παλμούς και να εισπράξει την ένταση που χρειάζεται για να συνεχίσει να χτυπά μέσα σου με ουσία!!! 
Να αγαπάς γιατί η αγάπη σώζει ζωές!!! 
Να αγαπάς γιατί πάνω στην αγάπη χύθηκε αίμα από τούς πολέμους που έγιναν στο όνομα της και απαιτεί σεβασμό!!!! 
Να αγαπάς γιατί χωρίς αγάπη το σώμα κινείται και ζει μηχανικά μια καθημερινότητα δίχως νόημα!!! 
Να αγαπάς γιατί κάθε κύτταρο στο σώμα σου περιμένει να κάνει την έκρηξη που επιβάλλει η ένταση της αγάπης!!!! 
Να αγαπάς γιατί το αύριο μακριά σου....το φοβάμαι!!! 
Αυτό το αύριο μόνο η αγάπη σου με κάνει να το σκέφτομαι!!! 
Να με αγαπάς...γι'αυτο το αύριο που πάλι μαζί θα μας έχει!!! 
...για όλα τα αύριο!!! 

Απόσπασμα από το βιβλίο "Όσα δεν μπόρεσα να πω!" εκδόσεις ΜΥSTIS


…Το πρώτο πράγμα που έκανα όταν έμεινα μόνη μου, ήταν να ανοίξω όλα τα παράθυρα του σπιτιού για να μπει το φως, για να χωθεί ο ίδιος ο έρωτας, παρέα με τις ηλιαχτίδες. Γιατί το ήξερα καλά. Ήμουν ερωτευμένη. Τρελά, απίστευτα ερωτευμένη. Κι ύστερα έτρεξα έξω, αγόρασα λεβάντες. Και γέμισα όλα μου τα βάζα. …Ο έρωτας που ένιωθα για κείνη, πυρκαγιά που έκαιγε τα σωθικά μου. Ο έρωτας κι η φωτιά καίνε με το ίδιο πάθος… Η φωτιά γεννάει το φως. Το φως γεννάει την αγάπη. Η θάλασσα γεννάει τη ζωή. 
 
Απόσπασμα από το βιβλίο «Θάλασσα Φωτιά», εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ


          ΑΓΑΠΗ
Άλφα, της έκπληξης 
Γάμμα, η γωνία συνάντησης 
Άλφα, του θαυμασμού 
Πι, η σκέπη του έρωτα 
Ητα, η γέφυρα της σύζευξης 
Αγάπη, το αντίδοτο της μοναξιάς, 
ο ιστός που μας ενώνει 
σε πέντε μόνο γράμματα, 
όσες και οι αισθήσεις !

Νούλη Τσαγκαράκη 14/2/2018


Τώρα η Λήδα αφημένη στο κορμί του ίσα που ανέπνεε. Αδιαφορούσε για τον χρόνο ή τον χώρο. Το μόνο που ήξερε ήταν πως η ζωή της μόλις είχε αλλάξει. Ο Χάρης ήταν ο πρώτος της πραγματικός έρωτας και ήταν πρόθυμη, κόντρα σε κάθε λογική, να πληρώσει το κόστος προκειμένου να μην τον χάσει. Ούτε ο Χάρης νοιαζόταν για τον χρόνο, για το παρελθόν ή για το μέλλον που δεν είχε. Η μόνη σκέψη που δέσποζε στο μυαλό του έχοντας μες το κορμί του το δικό της, ήταν πως αυτό το πλάσμα του είχε δωρίσει την ανάσα που του έλειπε κι ας ήξερε πως βάδιζε σε τεντωμένο σχοινί ή στον δρόμο που δεν έπρεπε, μα δεν είχε μετανιώσει.  

Απόσπασμα από το: «Ψηλά τα χέρια σ' αγαπώ»


Πλησιάζω το παράθυρο με τα κάγκελα. Το διπλανό κτήριο όπως πάντα μου κρύβει τον ουρανό. Ξέρω όμως πως απόψε έχει πανσέληνο. Είδα πριν από λίγη ώρα το φεγγάρι από το δωμάτιο του Ορφέα και του το περιέγραφα. Είναι τεράστιο, πολύ κοντά στη Γη και κατακόκκινο. Το μόνο χρώμα που υπάρχει μέσα στο μπλε σκούρο, το μαύρο, το γκρι και το άσπρο. Ένα ματωμένο φεγγάρι. Ο Γνωσίας λέει πως όταν το φεγγάρι είναι κόκκινο, οι άνθρωποι ματώνουν από τα ίδια τους τα συναισθήματα. Εκείνα βγαίνουν σαν χείμαρρος αίματος και κατακλύζουν τα πάντα. Αγάπη, μίσος, χαρά, λύπη, απόγνωση, ζήλια, πάθος, τρέλα. Τα ζευγάρια που κοιτάνε μαζί το ματωμένο φεγγάρι, λέει, μένουν δεμένα μέχρι θανάτου ακριβώς επειδή μοιράζονται όλα αυτά τα συναισθήματα που κανείς δεν μπορεί να τα χειριστεί μόνος του. Τους κατακλύζουν ακόμα κι αν δεν μοιραστούν μια αγκαλιά ή ένα φιλί. Ακόμα κι όταν στέκονται πλάι πλάι χωρίς να αγγίζονται. Είναι ο έρωτας που τα φέρνει κοντά και αμέσως τα χωρίζει. Τα φέρνει κοντά στην ψυχή και τα χωρίζει στο σώμα. Έτσι, ανήκουν ο ένας στον άλλον ακόμα κι όταν είναι μακριά. Κι αυτό, λέει, είναι τραγικό. Γιατί κουβαλούν το ματωμένο φεγγάρι μέσα τους και ματώνουν. Ματώνουν επειδή κουβαλούν πια μια ψυχή που δεν μπορεί να μοιραστεί σε δύο σώματα. Κανείς δεν μπορεί να είναι μόνος πια, γιατί αν χωρίσουν, το ματωμένο φεγγάρι θα τους πνίξει λίγο λίγο μέσα στο ίδιο τους το αίμα.

ΣΟΒΟΦ ο κινούμενος ήλιος - Το ματωμένο φεγγάρι – εκδόσεις ΠΝΟΗ
 

 Όμορφη που ειναι η αγαπη σαν έρχεται να σε βρει.. Παίζει σαν παιδούλα, γίνεται αστέρι που αργό πέφτει στη γη.. Κύμα καλοκαιρινό στην αμμουδιά.. Ανάσα πρωτόγνωρη.. λουλούδι που ανθίζει.. Γίνεται μουσική και χαμόγελο υπόσχεση και όρκος... Όμορφη που είναι η αγάπη πριν γίνει αντάρα και σεισμός...θύελλα που λυσσομανάει... Φουρτουνιασμένη θάλασσα που σε χτυπάει στους μυτερούς βράχους αφήνοντάς σε ανήμπορο για να σε αποθέσει ύστερα στην καυτή ανάσα του φεγγαριού Όμορφη που ναι η αγάπη Ιδιο ροδιακό μωρο που αποκοιμήθηκε τόσο γαλήνια πριν αρχίσει να σε τυραννάει παλι Και μέσα σ αυτες τις εναλλαγές της γελάς πονάς χαίρεσαι, διατάζεις, ορκίζεσαι, αποφασίζεις κλαις διαλέγεις δίνεται μετανιώνεις για οτι δεν ειχες αφήσει τον εαυτό σου να ζήσει Όμορφη που είναι η Αγάπη σαν τη βρεις  

Στην τελευταία στροφή ΡΕΝΑ Μαραζιώτη έκδοση Ωκεανός 


«Ο Έρωτας ο αληθινός, σε τυλίγει με τόση δύναμη στα φτερά του που σε κάνει να πετάς και όχι να σέρνεσαι στα πατώματα.» 
«Ο Έρωτας, ο ένας, ο αληθινός, έχει τόση δύναμη μέσα του, που γκρεμίζει όλα τα τείχη του μέσα και του έξω σου. Του σωστού και του λάθους.» 
«ο έρωτας δεν είναι ποτέ λάθος. Ποτέ. Ο έρωτας είναι επαναστάτης. Κι όποιος τον νιώσει, γίνεται κι αυτός το ίδιο.» 
«Ο Έρωτας, ο αληθινός έρωτας, ο ένας έρωτας, είναι η προέκταση της ψυχής, της καρδιάς, του κορμιού και του μυαλού σου.. 
«Ο έρωτας, ο αληθινός, θα σε πάρει από το χέρι και θα σε μάθει να τον ζεις για μια και μόνο φορά..» Και αν του αφεθείς και τον νιώσεις να καίει μέχρι και το τελευταίο χιλιοστό της ύπαρξής σου, ναι, θα κρατήσει για πάντα. 
«η μεγαλύτερη εξύμνηση του έρωτα, είναι για το μεγαλείο του και όχι για την αδυναμία του..» 

Απόσπασμα από το "Μυρωδιά από σανίδι" υπο εκδόση


Θεός Έρως!!! Και μονο η λέξη Έρως ηχεί στα αυτιά σαν μελωδία,μια μελωδία που σε μαγεύει, σε μεταμορφώνει σε έναν γήινο θεό, με αστραφτερή λάμψη, με χαμόγελο που κατακτάει τους πάντες και μεταδίδει την ομορφιά της ψυχής. Ο πανέμορφος θεός σου χαρίζει φτερά να πετάξεις ψηλά πάνω απο τα τετριμμένα ... να δεις σπουδαία ολα τα μικρά και ασήμαντα και να πλημμυρίσει η ψυχή σου απο γλυκά και τρυφερά συναισθήματα. Ενα μονο να θυμάσαι, αυτο το δώρο της ζωής εχει ημερομηνία λήξης αλλα οι άνθρωποι έχουν το υπέροχο προνόμιο να το βιώνουν πολλές φορές. Ερωτευτείτε λοιπόν άφοβα, ζήστε το και απολαύστε το γιατι ο Έρωτας ειναι Ζωή.  


«Θυμήθηκα ξαφνικά εκείνη την εκδρομή μας στο Χορευτό. Τότε που έζησα την πιο ερωτική νύχτα ολόκληρης της ζωής μου. Μια νύχτα που δεν θα με πείραζε να είναι η τελευταία αφού είχα νιώσει για πρώτη φορά πώς είναι να ενώνονται δυο ψυχές και να γίνονται μία. Θυμάσαι;» τη ρώτησε και χωρίς να περιμένει την απάντησή της, την παρέσυρε σε μια βουτιά στο κοινό τους παρελθόν:
 «Τρυπώσαμε σε ένα έρημο, εγκαταλελειμμένο σπίτι γιατί δεν αντέχαμε να περιμένουμε μέχρι να φτάσουμε στο ξενοδοχείο που μέναμε. Τα κορμιά μας αναζητούσαν απεγνωσμένα να ενωθούν και μόλις είδες εκείνη την επιγραφή, έκανες σαν μικρό παιδί που του χάρισαν τον κόσμο όλο.
“Κοίτα! Κοίτα μωρό μου. Είναι απίστευτο! Στην πόρτα αυτού του σπιτιού έχει τα αρχικά μας. ΝιΜα γράφει. Νικόλας  Μάικα”, μου φώναξες χοροπηδώντας.
  » Σε σήκωσα στην αγκαλιά μου, κατεβήκαμε τρία μεγάλα πέτρινα σκαλοπάτια, κλότσησα την σιδερένια αυλόπορτα με το σκουριασμένο λουκέτο και μπήκα μέσα σου σε εκείνο το πεζούλι, κάτω από μια μισογκρεμισμένη πέργκολα.
“ Μην σταματάς μαγισσούλα μου… Θα πεθάνω αν σταματήσεις τώρα…” σε ικέτευσα λίγα λεπτά μετά, όταν ανέλαβες εσύ να με οδηγήσεις στην απόλυτη ηδονή. Κι ύστερα… 

Απόσπασμα από το βιβλίο «Είδα τον εαυτό μου στα μάτια σου» 


Τελικά μου τελείωσες ή απλά …άδειασες;
Ένα κενό ένιωσα ξαφνικά εκεί που πριν χόρευαν πεταλούδες!
Κενό….σαν πτώση Βιβλική.
Σκονίστηκα μόνο, δεν μάτωσα, λέρωσα λίγο το λευκό της ψυχής με σκέψεις ένοχες πως ίσως και να φταίω εγώ που ίσως να ήμουν λίγη μα … μετά… μετά σκούπισα τα χώματα της θλίψης και το….πήρα αλλιώς!
Λίγη όχι δεν ήμουν…..
Λήγουν τα λίγα οριστικά.
Εμείς απλά….δεν χωρέσαμε σωστά ό ένας στις δεξαμενές του άλλου!
Στο δικό μου παραμύθι άλλωστε δεν σώζομαι από φιλιά και νυφικά μα από σπαθί και ανάσα δράκου!
Για μένα την τρελή όταν η αυλαία πέσει, ο έρωτας οφείλει να φοράει το καλύτερό του χαμόγελο !
Να τον χειροκροτάς δυνατά την ώρα που υποκλίνεται γιατί έπαιξε χωρίς πρόβα!
Μόλις πέσουν τα φώτα ο έρωτας ο δικός μου….βγάζει εκείνο το open εισιτήριο που έχει πάντα έτοιμο και φεύγει δίχως βαλίτσα!
Πάει σε τόπους χωρίς όνομα, σε μέρη και τοπία ψυχής αχαρτογράφητα που μυρίζουν γιασεμί, χαρτί και ιώδιο!
Όταν νιώσω εγώ πως….άδειασα τότε ξεκινούν οι…πεταλούδες τον χορό τους στο στομάχι μου και ψάχνουν το φως…..σε μάτια καινούργια!
Νιώθω μια έξαψη και μια χαρά ….κάτι σαν ανάγκη να γυρίσω στις ρίζες μου και στην αγκαλιά της μάνας μου . Να συναντήσω τον εαυτό μου. Τον μοναχικό και πάλι εαυτό μου. Είναι σαν να μπαίνεις μέσα σε χλιαρό νερό.
Τελείωσε…..
Εφυγε….
Που πήγε άραγε;
Τι έμεινε;


Οι πιο όμορφες ιστορίες ξεκινάνε πάντα με τον ίδιο τρόπο, με εκείνον τον παιχνιδιάρη θεό που ορίζει τη μοίρα των ανθρώπων κατά βούληση. Έχει δύο ειδών βέλη στη φαρέτρα του, έτσι λένε. Μερικά με φτερά κουκουβάγιας και τα άλλα, τα χρυσά, με φτερά περιστεριών. Τα τελευταία είναι και τα πιο επικίνδυνα για θνητούς και αθανάτους γιατί αν χτυπήσουν στην καρδιά, το απόκοσμο συναίσθημα που δίνει η δόνησή τους σε βάζει σε άπιαστες διαδρομές. Σε αυτές  που μιλάς μόνο ψιθυριστά, που δεν βάζεις άγκυρες, που δεν χωράνε τα «για πάντα» αλλά ούτε και τα «ποτέ». Έρωτα τον λένε. Η σκόνη του διαφεντεύει τον αέναο κύκλο της ζωής. Μας θυμίζει ότι η ψυχή μπορεί να είναι αόρατη, άυλη, άπιαστη αλλά κατοικεί αποκλειστικά μέσα μας! Και πάντα στο πέρασμά του μένει κάτι…  μένει ένας πόνος…!


"Έξι μήνες μετά τη γνωριμία τους, η Σαβίνα είχε γίνει όντως καλύτερος άνθρωπος. Ο Μάξιμος της έβγαλε τον καλύτερο εαυτό της, αναγνώρισε κι εκτίμησε και η ίδια τις δικές της ποιότητες. Όταν ένας άνθρωπος έρχεται κοντά σου και σ’ αγαπάει τόσο ανιδιοτελώς, σε κάνει ν’ αγαπάς κι εσύ τον εαυτό σου. Ακόμα και με τα ελαττώματά σου. Κι όταν εκείνος δεν κολλάει σ’ αυτά, όταν χαϊδεύει τις ατέλειές σου αντί να σ’ τις χτυπάει, τότε από μόνος σου νιώθεις την ανάγκη να τις διορθώσεις και να βελτιωθείς. Με ελεύθερη βούληση, επειδή το θες εσύ ο ίδιος. Και μόνο από αγάπη."  

Απόσπασμα απο το νεο βιβλίο "Η καρδιά του βράχου" εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ


Δεν τη ρώτησε τίποτα κι εκείνη δεν τον σταμάτησε. Απλά κι απόλυτα φυσιολογικά, τον ακολούθησε και πέρασαν μαζί την πόρτα του δωματίου του. Δεν άναψαν κανένα φως. Εκείνος πήγε μόνο και τράβηξε τις κουρτίνες, να μπει όλη η θέα από τον Βόσπορο, να πλημμυρίσει το δωμάτιο, να φωτίσει τα σώματά τους και να γλυκάνει τις ψυχές τους. Όταν δύο ψυχές ενώνονται, δεν υπάρχουν λόγια να περιγράψουν τη στιγμή. Κι όποιος το έχει ζήσει δεν έχει λόγια να το πει. Τα λόγια είναι για να περιγράφουν τα ασήμαντα. Για τα σημαντικά δε βρίσκονται εύκολα οι λέξεις. Κι αυτοί οι δύο άνθρωποι, μέσα σ’ εκείνο το δωμάτιο, λουσμένοι από το φως των αστεριών και την αύρα του Βοσπόρου, που έμπαινε από τη μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα, έσμιξαν τα σώματα και τις ψυχές τους. Στην ιεροτελεστία του έρωτα που τους ένωσε, υποκλίθηκαν κι έμειναν σιωπηλοί. Αφέθηκαν κι έζησαν την υπέροχη κι ευλογημένη στιγμή που τους χάρισε το σύμπαν μετά από χρονοβόρες συνωμοσίες"

Η Μοίρνα κι Αντώνης! Ο έρωτας και η ψυχή! Ο μύθος κι η αλήθεια. 

ΜΑΚΗΣ ΡΟΥΣΟΜΑΝΗΣ

Μου λείπεις όπως η κάπα τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Όταν τα δυνατά μπράτσα σου με αγκάλιαζαν, Τα ένιωθα ακονισμένα σπαθιά, έτοιμα να ξεκοιλιάσουν κάθε κακό εφιάλτη για να με προστατέψουν. Η δική σου αγκαλιά το δικό σου χάδι είναι διαφορετικό. Είναι από το θεό σταλμένο. Θα το αναγνώριζα μέσα σε χιλιάδες αλλά χάδια. Και την μυρωδιά σου ακόμη θα την ξεχώριζα με κλειστά μάτια. Ακόμη και τυφλός θα σε γνώριζα...από την αύρα της ψυχής σου. Πεθύμησα την μυρωδιά του καπνού και του αλκοόλ στην ανάσα σου.Ήθελα την αγκαλιά σου ακόμη και αν ήταν κρύα, όπως ο χειμώνας. Ακόμη και τα αλμυρά σου δάκρυα ήθελα να γευτώ. 
 
Μάκης Ρουσομάνης (Άστρο φωτεινό θα βγει γιορτινό;) εκδόσεις όστρια 2016   


-Σήμερα κλείνουμε τον 22ο μήνα, το ξέχασες; 
- Ναι... Συγγνώμη. 
- Χαίρομαι πολύ που είμαστε εδώ, μαζί. 
- Χαίρομαι και εγώ πολύ. Χαίρομαι πολύ που είμαστε μαζί γενικά. 
- Σ’ αγαπώ και αισθάνομαι ότι θα σ’ αγαπώ για πάντα... 
- Ακόμα κι αν χωρίσουμε; - Ακόμα κι αν χωρίσουμε! Είσαι αυτή που θαύμασα και εκτίμησα πιο πολύ από όλες. Όπως και να καταλήξουμε, αυτό δεν αλλάζει.... 
- Και εγώ σ’ αγαπώ.
Αλήθεια, τι φόβιζε την Αμφιτρίτη να πει «για πάντα»; Τον αγαπούσε τον Λευτέρη, είχε βρει στο πρόσωπό του τη χαρά και την αγαλλίαση. Τον εμπιστευόταν και έπαιρνε πολύ στα σοβαρά τη γνώμη του. Κι ο Λευτέρης την υπολόγιζε πολύ. Από την πρώτη μέρα που ξεκίνησε η σχέση τους, δεν χωρίσανε ποτέ. Και ούτε μπορούσαν να σκεφτούν κάτι τέτοιο. Ακόμη κι όταν υπήρχαν μικροδιαφωνίες, προσπαθούσαν να τις λύσουν πριν κοιμηθούν. Και αυτό ήταν μαγικό, προσδιόριζε τη σχέση τους ως ειλικρινή και αυθόρμητη. 


Έρωτά μου
Είσαι τόσο γλυκός
σαν το μέλι που χύθηκε
από τα χείλη σου
 πριν λίγο και κάλυψε το κορμί
αυτή την πανσέληνη νύχτα.
Σαν εκείνη τη φεγγαρόφωτη,
πριν είκοσι χρόνια θαρρώ
στον όρμο του Πανόρμου.
Οι απόγονοι μαρτυρούν τα χρόνια...
Για μένα,
σα να μην πέρασε ούτε μέρα,
μόνο το κόκκινο του χρόνου,
που μας χάιδεψε με το μετάξι του,
μας φίλησε,
μας αγκάλιασε
 και κύλησε μαζί με τη θάλασσα.
Τον πήραν το χρόνο τα κύματα
αφήνοντας τον άσπρο αφρό
 των κυμάτων στα μαλλιά μας.
 Έβαλε τις πινελιές του γύρω από τα μάτια
και δραπέτευσε.
Μας άφησε μόνους με τον ιδρώτα
 να κυλά στα κορμιά
και τη γεύση της αλμύρας.
Αλήθεια πόσο μοναδικός
ερωτικός
ευαίσθητος
σημαντικός έμεινες
για μένα τόσα χρόνια!                      
                                                                
Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη - «Καθρέφτης ψυχής» - Εκδόσεις Άνεμος  

 
 «κι εκεί που η αγκαλιά σου αδειάζει γεμίζει ο νους σου αναμνήσεις... κι εκεί που η σκέψη θολώνει το παρελθόν σε λυτρώνει, το παρόν σε επιβεβαιώνει και το μέλλον σε απογειώνει... κι εκεί που ήλιος βυθίζεται, το φεγγάρι συναντά δειλά το φιλί σου... κι εκεί που το είναι σου χάνεται, η σιωπή μου ζεσταίνει στο κορμί σου..."   


ΤΟ ΕΝΣΤΙΚΤΟ 
 
Είναι ο έρωτας εκείνος που φοβάται, είναι εκείνο το δόσιμο που τρέμει, που την αλλοτριώνει, την αδειάζει, την καταποντίζει. Και το φοβάται – πάντα το φοβόταν. Ήθελε να φορέσει χαλινάρια στο ατίθασο άλογο που κάλπαζε μέσα της τρελά στο βάθος της αγάπης, στο άδειασμα που ο έρωτας της προκαλούσε και την άφηνε πεταμένη στην άκρη του δρόμου χωρίς ψυχή, γιατί την ψυχή της την είχε εκείνος, χωρίς κορμί, γιατί ένιωθε άυλη, χωρίς μυαλό, μιας κι ένιωθε το κεφάλι της άδειο. Τα είχε δώσει όλα και έφευγε όσο πιο γρήγορα μπορούσε για να σωθεί.
Το δίχτυ ασφαλείας που χρησιμοποίησε ήταν τρύπιο. Γιατί το δίχτυ προστατεύει το σώμα από την πτώση, όμως το συναίσθημα δεν μπορεί να το συγκρατήσει. Και πώς να ζήσεις συνεχώς προστατευμένος; Πώς να ριχτείς μέσα στη μάχη; Σε μια μάχη ανελέητη, που ο μόνος αντίπαλος –το βλέπεις πια καθαρά– ήταν ο εαυτός σου. Αυτό το θηρίο που ποτέ δεν μπόρεσες να καταλάβεις και να το τιθασεύσεις. 

Απόσπασμα από το βιβλίο «Φυσάει» εκδόσεις ΠΝΟΗ


Όπως έλεγε και η αείμνηστη Μαλβίνα Κάραλη "Δεν υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί, έξυπνοι και χαζοί, όμορφοι και άσχημοι, υπάρχουν μόνο άνθρωποι που αγαπήθηκαν και άνθρωποι που δεν αγαπήθηκαν". Γιατί ο έρωτας μεταμορφώνει την ψυχή, αλλάζει την οπτική, διαφοροποιεί την αντίληψή μας για τον κόσμο. Μας ανυψώνει στα σύννεφα και μας γκρεμίζει στα Τάρταρα, μας κάνει ικανούς για το μεγαλύτερο καλό και συνάμα για το πιο ανίερο κακό. Μας κατακυριεύει και μας καθοδηγεί, μας υπνωτίζει και μας υποδουλώνει. Όμως είναι απαράμιλλη η μαγεία του έρωτα, γιατί μόνο αυτός μας κάνει να αισθανόμαστε ζωντανοί. Μονάχα τα βέλη του δίνουν νόημα και χρώμα στη ζωή, καθώς "κουβαλάς" το άλλο σου μισό σε κάθε ανάσα, κάθε βλέμμα, κάθε χτύπο της καρδιάς σου. Χρόνια πολλά λοιπόν σε όλες και όλους που έχουν γνωρίσει αυτό το μεγαλείο, όχι μόνο σήμερα, αλλά κάθε στιγμή, κάθε μέρα του χρόνου. Διότι μόνο όταν αγαπάς και σ' αγαπούν μεταμορφώνεται η καθημερινότητα στην πιο όμορφη γιορτή. 

 
 Η αληθινή αγάπη χαρακτηρίζεται από ανιδιοτέλεια, από αφοσίωση και αυτοθυσία. Γαληνεύει την καρδιά σου και σε εξυψώνει ως οντότητα.Αγαπάς και απεγκλωβίζεσαι από τα μικρά και από τ' ασήμαντα.Γίνεσαι πιο σοφός,πιο πλούσιος, γίνεσαι Άνθρωπος. Είναι τυχεροί όσοι ξέρουν να αγαπούν πραγματικά, γιατί μόνο αυτοί γνωρίζουν τι σημαίνει στ' αλήθεια Ζω, Αισθάνομαι, Υπάρχω. Τι κρίμα να σπαταλιέται έτσι αυτό το υπέροχο, θεϊκό <<σ ' αγαπώ>> , σε χείλη μιαρά, σε ψυχές νεκρωμένες, σε όνειρα στοιχειωμένα.... Αγαπώ θα πει Δίνομαι . Πεθαίνω και ταυτόχρονα Ανασταίνομαι... 


ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΣ ΕΙΜΑΙ
Δεν ξέρω τι μου συμβαίνει. Μάλλον ο έρωτας με έχει κυριέψει. Αλλού πατώ κι αλλού βρίσκομαι. Προσπαθώ να περπατήσω σε μια ευθεία αλλά δεν τα καταφέρνω. Ζαλίζομαι.Τα πόδια μου δεν πατάνε στη γη. Φεύγω για άλλον πλανήτη. Ταξίδι μακρινό στο αλλού στο πουθενά. Δυο φτερά με κάνουν να πετώ. Να αισθάνομαι άγγελος και δαίμονας μαζί. Ταξιδεύω από τη Δύση στην Ανατολή.
Αν είναι νύχτα η αν είναι μέρα δεν μπορώ να καταλάβω. Δεν με νοιάζει αν κάνει ζέστη αν κάνει κρύο. 14 Φλεβάρη γιορτάζουν οι άλλοι γιορτάζω κι εγώ. Ένα παιδί είμαι με μια καρδιά στο χέρι. Ένα κόκκινο τριαντάφυλλο κρατώ και χαμογελώ.
Ερωτευμένος είμαι. Από άλλον πλανήτη είμαι. Γιορτάζω κάθε μέρα. Τον έρωτά μου ζω. Δεν ενοχλώ κανέναν. Μου αρέσει όπως είμαι. Ερωτευμένος είμαι. Μόνο αυτό. Μόνο αυτό;


ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΛΙΓΟ ΜΕΤΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΣΟΥ .....ΑΓΙΕ ΒΑΛΕΝΤΙΝΕ. 

Στο λιγοστό φως του δωματίου, στο μοναδικό τραπέζι από σημύδα και στην μία και μοναδική καρέκλα άπλωσα τις σκέψεις μου την στιγμή που καθάριζα το όπλο μου. Το όπλο που απέκτησα το πρωί. Με απαλές κινήσεις και μαλακό πανί τρίβω κάθε σημείο κάθε πτυχή, κάθε σημείο που θα συγκρατούσε το αποτύπωμα μου. Απέναντί μου ο μεγάλος καθρέφτης τον είχα στρέψει προς την μέρια μου και μέσα από το λιγοστό φως έβλεπα το είδωλο μου. Τράβηξα μια ρουφηξιά από το ποτήρι που μέσα είχε το πιο γλυκό λικέρ της αγοράς. Ένιωσα την γλύκα από το τσέρι ανακατεμένο με το οινόπνευμα να γαργαλάει τον ουρανίσκο μου και μετά να καίει ηδονικά το λαρύγγι μου. Άφησα το όπλο από τα χέρια μου, σηκώθηκα και πλησίασα προς τον καθρέφτη. Κοίταζα το είδωλο μου να με κοιτά ειρωνικά δεν είχε διάθεση καν να θαυμάσει την καπαρντίνα που φορούσα και τις καινούργιες κόκκινες γόβες από λουστρίνι πανάκριβες όπως πανάκριβα ήταν μάλλον και τα όνειρα μου. Αναρωτήθηκα πόσο πανάκριβα άραγε να ήταν τελικά τα όνειρα μου; Πόσο πανάκριβη να είναι άραγε η ευτυχία; Απλά την Ευτυχία ήθελα......τίποτα λιγότερο τίποτα περισσότερο. Ξεκούμπωσα ένα ένα τα κουμπιά της καπαρντίνας, έλυσα την ζώνη και με μια κίνηση την άφησα να πέσει απαλά στο πάτωμα. Έμεινα ακίνητη να κοιτώ τον γυμνό εαυτό μου αλλά στην ουσία ήθελα να ξεγιμνώσω την ψυχή μου. Ήθελα να περάσει η ψυχή μου μέσα από τον καθρέφτη να μοιάζει σαν κόλπο μαγικό σαν τα μαγικά κόλπα που έκαναν οι μάγοι που έβλεπα μικρή και εντυπωσιαζόμουν στην μεγάλη ασπρόμαυρη τηλεόραση των παιδικών μου χρόνων. Δεν στάθηκα πολύ στον καθρέφτη δεν άντεξα ούτε εγώ το ξεγύμνωμα της ψυχής μου. Περπατούσα γυμνή πέρα δώθε ακούγοντας τον ήχο των τακουνιών των πανάκριβων κόκκινων παπουτσιών μου. Η ματιά μου έπεσε στο ράφι με τα αρκουδάκια, πόσο μελαγχολικά έδειχναν μέσα στο χαμηλό φως ή μήπως είχαν και εκείνα την μελαγχολία της δικής μου ψυχής; Τράβηξα το ξύλινο κουτί που ήταν στην γωνία και το άνοιξα με δισταγμό. Μόλις άνοιξα το καπάκι με συνεπήρε το άρωμα των αποξηραμένων τριαντάφυλλων που είχαν ποτίσει το ξύλο τόσα χρόνια. Έβαλα το χέρι μου και πήρα το πακέτο με τις κάρτες. Μία για κάθε χρόνο με όρκους Αιώνιας Αγάπης, υποσχέσεις, πάθος και έρωτα, καρδούλες και όλα τα συναφή που δυστυχώς τις πιο πολλές φορές θρέφουν ψεύτικες αγάπες. Σηκώθηκα και πλησίασα το ράφι με τα αρκουδάκια, ήταν αρκετά, παραταγμένα στην σειρά ανά χρονιά. Και σε κάθε αρκουδάκι κάθε χρονιάς εγώ ακουμπούσα τις ελπίδες μου, τον έρωτα μου, τα όνειρα μου για Σένα. Πέρασαν από μπροστά μου εικόνες από το χθές το μακρινό χθες που κάθε χρόνο τέτοια μέρα γιορτάζαμε τον Έρωτα, τον δικό μας Έρωτα. Μέσα σε ένα γεύμα, σε ένα ποτήρι κρασί, σε έναν έρωτα σε σεντόνια σατέν όπως είθισται λόγω της ημέρας, ακολουθώντας όλο το τελετουργικό, πίστεψα πως θα σ΄έχω για πάντα. ΄΄Λόγω της ημέρας΄΄ έλεγα και ας μην πίστευα τον πρώτο καιρό σε τέτοιες κουταμάρες, μπήκα στην παγίδα να ομορφαίνω και να γιορτάζω την μέρα αυτή. Ένδειξη αγάπης λένε είναι αυτή η μέρα και μπήκα στην παγίδα να περιμένω τον άγιο για να σπάσω την ρουτίνα και έβαλα και εκείνον σε αυτό το παιχνίδι άθελα μου από ανάγκη, ενώ αυτός ούτε καν είχε αυτή την διάθεση. Πόσο χρήμα ξόδεψα για σένα Άγιε Βαλεντίνε, προστάτη των ερωτευμένων, μα πόσο ψυχή και σάρκα. Κάθε στιγμή ήταν σαν τάμα προς εσένα άγιε, ένα τάμα για Αγάπη και Ευτυχία, αλλά αποδείχτηκες μουσαντένιος ψεύτικος σαν τα αρκουδάκια, μαραμένος σαν τα τριαντάφυλλα. Απόψε λοιπόν Άγιε Βαλεντίνε, άγιε των ερωτευμένων θα παίξουμε ένα παιχνίδι, Ρώσικη ρουλέτα λέγεται μία σφαίρα θα βάλω στην θαλάμη ή σε μένα θα πέσει ή σε σένα. Αν πέσει σε μένα θα ξέρω πως ήταν η ώρα κλειδώσω οριστικά την καρδιά μου και να την φυλακίσω στο ξύλινο κουτί μαζί με τις κάρτες και τα αποξηραμένα πλέον τριαντάφυλλα να ξεχάσω τον έρωτα για να προστατέψω την καρδιά μου κάτι που δεν έκανες εσύ όπως όφειλες. Αν όμως η σφαίρα πέσει σε σένα θα φορέσω την καπαρντίνα μου και θα βγω στον δρόμο να περπατήσω στην βροχή και ας λασπώσω τις κόκκινες πανάκριβες γόβες μου και θα ψάξω τον ΕΡΩΤΑ τον έναν και μοναδικό, τον αληθινό και όχι τον μουσαντένιο. Τον Έρωτα που θα τον χτίσω με αλήθειες και όχι με ψεύτικα αρκουδάκια, καρτούλες και καταπατημένες υποσχέσεις Αγάπης. Αν νικήσω, κάθε χρόνο τέτοια μέρα θα γιορτάζω το Τέλος σου, το τέλος που έδωσα εγώ και τις υπόλοιπες τριακόσιες εξήντα τέσσερις μέρες θα γιορτάζω την Αληθινή Αγάπη.


Μια γαλάζια περιδίνηση τον τύλιξε ολόκληρο, τον στριφογύρισε στον αιθέρα και τον εκσφενδόνισε στο στερέωμα, ανάμεσα σε πλανήτες που έκαναν αργές σβούρες μέσα στουςπαγωμένους δακτυλίους τους. Ύστερα τον γύρισε πίσω και τον βρόντηξε στο πέτρινο σκαλί μιας ταπεινής μονοκατοικίας. Και η φάτνη όπου γεννήθηκε ο Χριστός ταπεινή ήταν, αλλά έκρυβε το νόημα του κόσμου, πρόλαβε να σκεφτεί το ζαλισμένο του μυαλό, και το άρωμα μιας ολόλευκης γαρδένιας διείσδυσε στα ρουθούνια και έφτασε ως τον εγκέφαλό του και κάπως τον συνέφερε. Μας πώς δεν είχε παρατηρήσει προηγουμένως το βαρελάκι με το ανθισμένο φυτό; «Έ… Έ…λμερ;» Οι δακτύλιοι των πλανητών διαλύθηκαν σε παγωμένη σκόνη μέσα στον γαλαξία, διαλύθηκαν από τα κύματα της τρεμάμενης γυναικείας φωνής που έφτασαν ως εκεί. 

 ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΑΣΗΜΙΑ - Συνάντηση της Σεβαστής με τον Έλμερ, τριάντα χρόνια μετά. 


Εσύ 
Ήξερα πως μια μέρα θα έφτανες κοντά μου 
οι κοκκινωπές σου μπούκλες 
θα είχαν γκριζάρει 
όσες θα σου είχαν απομείνει 
ύστερα απ’ ένα τόσο αλαργινό 
και κατακλυσμικό ταξίδι 
δύσκολο και γεμάτο επικές περιπέτειες 
πολύ δεν ήθελε να ξεστρατίσεις 
και τον δρόμο του γυρισμού 
απ’ τα μάτια σου να χάσεις… 
- όμως ήρθες - 
ο χάρτης της ζωής σου χαραγμένος 
στο ψηλό σαν ιερό βράχο μέτωπό σου 
λίγο έλειψε να μη σε καταλάβω 
τόσο αλλαγμένος που ήσουν 
ύστερα από τόσα χρόνια περιπλάνησης 
ύστερα από τόσα χρόνια αναζήτησης 
στα μαύρα και αχανή πελάγη χωρίς βάρκα, 
χωρίς πυξίδα 
με κουπιά τα δυο σου χέρια 
- ώσπου - 
απ’ του έρωτα τα εσώτατα 
φύσηξε ούριος άνεμος 
και στην άμμο την καυτή 
σε ξέβρασε 
στα λυγισμένα γόνατα 
της δίκης μου χρόνιας ανάγκης 
το ύστατο το κύμα … 


Αγάπη είναι…
Λένε πως  η αγάπη φέρνει δάκρυα και λύπες, θρέφεται απ’αυτά. Λένε πως είναι φόβος και υποταγή, αναμέτρηση κι επανάσταση, φωνές και καμιά φορά…σιωπή. Ίσως γι’αυτό είναι δύσκολο να παραμένεις ερωτευμένος με τον ίδιο άνθρωπο για πολλά χρόνια, επειδή η αγάπη είναι πολλά πράγματα μαζί και σε μπερδεύει. Όμως είναι και πρόκληση. Κάτι σαν θαμμένος θησαυρός που μέχρι τέλους δεν ξέρεις αν υπάρχει, αλλά ελπίζεις στην ύπαρξή του και τούτη η λαχτάρα σε συντηρεί μα και σε πανικοβάλλει, αφού μόλις τον βρεις θα αρχίσεις να φοβάσαι μήπως τον χάσεις.
Αγάπη είναι σπασμένα γυαλιά στο πάτωμα, γκρίνια, γιατί δεν με κοιτάς πια όπως πριν, πάλι θ’αργήσεις το βράδυ, πάλι ξέχασες να πετάξεις τα σκουπίδια, όλα εγώ θα τα κάνω, κουράστηκα, δεν σε αντέχω, νομίζεις πως πάχυνα, πες μου πως είμαι ακόμα όμορφη, μου λείπεις, αν δεν είχα κι εσένα δεν ξέρω τι θα έκανα, να σου ζεστάνω τα σουτζουκάκια που σ’αρέσουν,να προσέχεις, δεν πειράζει θα πάμε του χρόνου διακοπές καλά να’μαστε, ποιος θα βάλει το παιδί για ύπνο, είσαι κουρασμένος, θα σου βγάλω τα μάτια αν κοιτάς άλλη, μου αρέσει που κάνουμε πράγματα μαζί, θες να ξαναπάμε Αλόννησο όπως τότε..θυμάσαι, θα’ρθω μαζί σου στο γιατρό, φοβάμαι…με αγκαλιάζεις;
 Αγάπη είναι ΕΓΩ κι ΕΣΥ για ΠΑΝΤΑ.


Σωστός είναι εκείνος που σε κάνει να χαμογελάς όταν τον σκέφτεσαι. Όχι μετά το σεξ, όχι μετά από κάποιο δώρο, απλά και μόνο όταν τον σκέφτεσαι. Επειδή ξυπνάς, βλέπεις το κοιμισμένο του πρόσωπο στο μαξιλάρι δίπλα σου και α υ τ ό σε κάνει ευτυχισμένη. Είναι εκείνος που σε ηρεμεί με την αγκαλιά του, σου δίνει δύναμη με το χαμόγελο και τα λόγια του, σε ανεβάζει στους εφτά ουρανούς όταν είστε στο κρεβάτι. Σου εξηγεί τι σκέφτεται και γιατί. Ακούει αυτά που έχεις να του πεις με προσοχή. Είναι αληθινός χωρίς να φοβάται την αλήθεια του. Λέει αυτά που εννοεί κι εννοεί αυτά που λέει. Δε σε πληγώνει, αλλά ακόμη και τις σπάνιες φορές που αυτό μπορεί να συμβεί, γίνεται κατά λάθος και το καταλαβαίνεις, έτσι η πληγή σου επουλώνεται γρήγορα. Ο σωστός άντρας δε σε βασανίζει με το να κρύβεται. Δε σε βάζει στη διαδικασία να αναρωτιέσαι διαρκώς τι σκέφτεται για σένα. Στο λέει και στο δείχνει. Το πιο βασικό όμως, είναι ότι σε θέλει έτσι όπως είσαι κι απαιτεί από εσένα – δικαίως – το ίδιο. Δεν προσπαθεί να σε αλλάξει, δεν προσπαθείς να τον αλλάξεις. Ο έρωτας, η αγάπη είναι θέμα συναισθημάτων και τα συναισθήματα δεν κατασκευάζονται. Δημιουργούνται. Κάποτε συμβαίνουν αμέσως, κάποτε χρειάζονται καιρό. Πάντως, αν υπάρξουν, θα το καταλάβετε.    

  Απόσπασμα απο το βιβλίο " Αντρών Εγχοιρίδιον" εκδόσεις ΛΥΚΟΦΩΣ


Η αγάπη μας δένει με την ζωή μας, μας δίνει άπειρους λόγους να θέλουμε να ζήσουμε! 
  Μεγαλώνοντας διαρκώς ανακαλύπτουμε ότι η ζωή δεν είναι τέλεια. Ούτε οι άνθρωποι είναι τέλειοι. Η αγάπη είναι ο βασικότερος συντελεστής που αντιμάχεται όλα τα δύσκολα! Θεραπεύει, μας συμφιλιώνει, μας ενώνει με την ζωή! 
  Από τότε που στάθηκε ο άνθρωπος στα πόδια του και ξέκοψε από το ζωικό βασίλειο, από τότε που έχασε την αρχέγονη ενότητά του με την φύση, μόνος και μοναχικός γεμάτος αβεβαιότητες σε πορεία εξελικτική και πάντα μπροστά, παρά τους αιώνες που έχουν περάσει συνεχίζει να «κουβαλάει» μέσα του την καταγραμμένη στην ψυχή του βασανιστική μοναξιά της αποκοπής. Επιτακτική ήταν και είναι από τότε η ανάγκη να βρίσκει το ισοδύναμο της ένωσης του με τον κόσμο στην θέση αυτής που έχασε. Η ανακάλυψη της διαφορετικότητας του φύλλου και η ένωση του με το έτερον ήμισυ σε σάρκα μία, έρχεται να καταλύσει την μοναξιά του και κατ επέκταση να τον ενώσει με τον κόσμο γύρω του. .....
Ερών και ερώμενος 
Μέθεξη υποταγής 
Εκμηδένιση του έτερος άνθιση του εμείς. 
Η στιγμή που ενέχει 
Υπέρτατη αρμονία 
Την ομορφιά της ένωσης σε σάρκα μία! 
 Από το «σ΄αγαπώ» της διαπροσωπικής σχέσης περνά στο οικουμενικό «αγαπάτε αλλήλους» όπου άνδρας και γυναίκα μαζί νοιώθουν ξανά μέλη ενός συνόλου, του ανθρώπινου γένους. Ένωση λυτρωτική! 

 Από την ποιητική συλλογή «Του έρωτα και της ζωής» - Εκδόσεις Μιχ. Σιδέρη
 

"Στην αρχή προσπάθησε να αντισταθεί σ αυτό που ένιωθε να ξυπνά μέσα της. Ξεφεύγει όμως ποτέ κανείς από την μαγεία. Τα ξωτικά και οι νεράιδες ξέρουν να κάνουν καλά τη δουλειά τους. Κι αν καταφέρεις να μην σου κλέψουν τη φωνή, δεν θα ξεφύγεις αν θελήσουν την καρδιά σου. Γι αυτό κι εκείνη όσο κι αν προσπάθησε δεν κατάφερε να ξεφύγει απ’ τα φεγγάρια των ματιών του. Κι απλώς αφέθηκε. Τι κι αν κάθε βράδυ έβλεπε πάλι εφιάλτες. Ένα λεπτό στα χέρια του, άξιζε για όλες τις ερινύες που την καταδίωκαν".

Απόσπασμα από το βιβλίο Έτσι το έγραψαν οι Μοίρες" εκδόσεις ΩΚΕΑΝΟΣ


Καμιά φορά θυμάμαι το ταξίδι μας στην Ελαφόνησο. Εσύ το θυμάσαι, Αλικάκι; Εκείνο το βράδυ στην παραλία, μου θύμωσες. Καμιά φορά νομίζω πως είσαι ακόμη θυμωμένη. Επειδή τόλμησα να κάνω μακροβούτι στη σκοτεινή θάλασσα, επειδή χτύπησα, επειδή σε τρόμαξα. Είχες δίκιο . Είναι άσχημο πράγμα να τρομάζεις τους ανθρώπους. Σου ζητώ συγγνώμη μοναχά για αυτό. Όμως εγώ έκανα μακροβούτι στα τυφλά μόνο και μόνο γιατί ήσουν κοντά μου. Και αργότερα κατάλαβα πως όλα τα μακροβούτια μου σε εσένα τα χρωστώ. Το ‘ξερες αυτό, κορίτσι μου; Όλα όσα τόλμησα και έκανα, τα έκανα για να τα δεις. Δεν ήθελα να μείνω ολονυχτίς στην ψάθα να με τρώνε τα κουνούπια. Δεν ήθελα να περιμένω τον ήλιο που θα έφερνε το πρώτο λεωφορείο. Λαχταρούσα να χαρώ τον έναστρο ουρανό, κι ας μην είχαν τα αστέρια τη διάταξη που ονειρευόμουν. Και λοιπόν; Δικό μου ήταν το στερέωμα; Δική μου είναι μοναχά η ζωή και εσύ αναπόσπαστο κομμάτι της. Πώς και πόσο την επηρέασες δεν ξέρω ούτε εγώ ο ίδιος να σου πω. Το μόνο που ξέρω είναι πως πάντοτε πατούσαμε στη γη πάνω στις ίδιες συντεταγμένες, ατενίζαμε τον κόσμο από τον ίδιο βράχο.  

Απόσπασμα από το βιβλίο "Ο κήπος της μοναξιάς"


 Ήταν αποφασισμένη να παραστεί στο γάμο του αγαπημένου της και να παρευρεθεί και στο γλέντι που θα γινόταν στον κήπο του σπιτιού του. Εάν δεν πήγαινε, θα γίνονταν πολλά σχόλια στο χωριό που δεν θα εμφανιζόταν στις χαρές της καλύτερής της φίλης. Ο ένας θα έλεγε το κοντό του, ο άλλος το μακρύ του. Όχι ότι την ένοιαζε για τον εαυτό της. Νοιαζόταν μόνο για τη μάνα της. Άλλωστε, έπρεπε να πάει, για να το δει με τα ίδια της τα μάτια για να το πιστέψει. Για να το συνειδητοποιήσει και να πάψει να ελπίζει. Για να αποκτήσει σαφή αντίληψη της δικής της κατάστασης και να πάρει τη μεγάλη απόφαση να ξεμπερδεύει μια και καλή με την ύπαρξή της.
Η καλοκαιρινή νύχτα μύριζε γιασεμί. Η Αγορίτσα έλαμπε τρισευτυχισμένη μέσα στο κάτασπρο νυφικό της, καθώς έβγαινε από την εκκλησία με τον Φίλιππο δίπλα της που την κρατούσε αγκαζέ. Πρώτη φορά έβλεπε η Φιλιώ τόσον κόσμο μαζεμένο. Ήταν καλεσμένα και τα δυο χωριά. Ο κόσμος τους ευχόταν «βίον ανθόσπαρτον» και «καλούς απογόνους» και η Φιλιώ λίγο πιο πέρα, καλοντυμένη προσπαθούσε, χωρίς επιτυχία, να προσποιηθεί τη χαρούμενη φίλη. Μόνο μίσος φώλιαζε στην καρδιά της. Μόνο μίσος. Αχ και να είχε εκεί την καραμπίνα του πατέρα της, θα τους σκότωνε όλους! Κι αυτό που μέρες τώρα είχε βάλει στο μυαλό της, να βάλει τέρμα στη ζωή της, το μετάνιωσε. Όχι, δεν θα τους έκανε το χατίρι. Δεν θα τους έδινε την ικανοποίηση πως κατάφεραν να την κάνουν να πονέσει. Δεν θα τους το έκανε.  


Αχ, ο έρωτας...
Ένα τσαφ κ όλα αρχίζουν!
Η ανατριχίλα του κορμιού,
η θολούρα του νου,
το τρεμούλιασμα των χειλιών,
το δυνατό καρδιοχτύπι.
Η φλόγα ξυπνά κ τινάζεται!
Κ ότι ένιωσες,
εκείνη την πρώτη στιγμή,
φουντώνει,
γιγαντώνεται.
Υποτάσσεσαι στα ορίσματα της καρδιάς
κ χάνεσαι στα πρωτόγνωρα συναισθήματα,
στην λαχτάρα της επαφής,
στο "ντοπάρισμα" της παρουσίας,
στο κενό της απουσίας,
στην αποδοχή της ανάγκης,
στο στροβίλισμα της ζήλιας,
στον φόβο της απώλειας.
Αχ, αυτός ο έρωτας...
Έρχεται,
σε "ξυπνά" ,
σε ταρακουνάει,
σε "ζωντανεύει",
σε ταξιδεύει,
σε ορίζει...


«Και ποιος μπορεί πραγματικά να πει με λόγια τι γεύση έχει ο έρωτας; Αν ήταν μόνο γλυκός θα ήταν ανούσιος. Στον έρωτα, όπως και στα γλυκά, δεν είναι η ζάχαρη που δίνει χαρακτήρα στη γεύση, μα τα υπόλοιπα υλικά. Η πικράδα του αμύγδαλου, η σπιρτάδα του πορτοκαλιού, το χρώμα του κερασιού, το άρωμα της βανίλιας και σίγουρα η φλόγα. Αυτή που έρχεται στο τέλος και ολοκληρώνει το γλυκό. Όλες αυτές τις γεύσεις, όλα αυτά τα υλικά, που τρυπώνουν μες στον έρωτα και του δίνουν την τελική του μορφή, τη μοναδικότητά του, πώς να τα κατονομάσεις με λόγια; Πολύ απλά. Δεν τα λες. Μόνο τα γεύεσαι. Τα απολαμβάνεις. Κι ας πικρίζουν κάποιες φορές»

  Απόσπασμα από το "Aίνιγμα της κερασόπιτας" εκδόσεις ΔΙΟΠΤΡΑ

 
«Ο έρωτας είναι μέσα μας! Αρκεί να αγαπήσουμε τη ζωή, τη στιγμή και την αλήθεια μας, μακριά από μίση, ζήλιες και εγωισμούς... μονάχα εκεί πλαγιάζει η ελπίδα»  


Άντρια και Κωσταντής μεθυσμένοι από ευτυχία κράτησαν άγρυπνα τα άστρα του ουρανού και τους αγγέλους που γιόρταζαν το θαύμα της αγάπης. Και η αγάπη νίκησε το σκοτάδι. Σαν τη λάβα που φτάνει στα χείλη του ηφαιστείου, η ίδια λάβα κατέκαψε τα κορμιά τους. Ο άντρας τής έκανε έρωτα άλλοτε άγρια και άλλοτε τρυφερά. Είχε φυλάξει τον εαυτό του για τη μία και μοναδική αγάπη. Αυτή ήταν η Άντρια. Η γυναίκα που απόδιωξε το φάντασμα της Μαρσό από μέσα του.
«Ποια φουρτούνα τσάκισε το σκαρί σου, καπετάνιο μου;» Η γυναίκα ήταν αποφασισμένη να διαβεί τα φιδωτά καλντερίμια της καρδιάς του. Κανένα μυστικό δε θα άφηνε να τους χωρίσει.
Ο Θαλασσινός το ένιωσε και της έκανε το χατίρι.
«Ναι, ήμουν κάποτε ερωτευμένος. Τρελά. Απόλυτα. Μα πιο πολύ είχα ερωτευτεί την ίδια τη ζωή. Στη Γαλλία γνώρισα τη Μαρσό. Το κορίτσι εκείνο μου άνοιξε τα παράθυρα του κόσμου. Τι ειρωνεία… Τα είδα και δραπέτευσα μέσα από κείνα. Δεν μπόρεσα να απατήσω τον εγωισμό μου. Αν έμενα μαζί της, ήμουν υποχρεωμένος να σπέρνω αγκάθια στη σχέση μας. Δεν μπορούσα να το κάνω αυτό στη Μαρσό. Της είχα μια αγάπη ακριβή, πολύτιμη. Μα τελικά νίκησε ο εαυτούλης μου. Αυτόν αγαπούσα πιότερο. Έτσι νόμιζα. Σαν επέστρεψα στον τόπο μου ήμουν μια χαμένη ψυχή στη μέση του πουθενά. Η θάλασσα ήταν αυτή που με έσωσε…»
«Και τι είναι η θάλασσα για σένα, άντρα μου;» τον ρώτησε η γυναίκα με το πρώτο φως της νιόπαντρης ζωής τους και μάτια πλημμυρισμένα από αγάπη.
Ο Κωσταντής ανάσανε βαριά και βούρκωσε. «Τι να σου πω για να με καταλάβεις. Δεν πρέπει να τη ζηλεύεις. Η θάλασσα για μένα είναι προσευχή, είναι αναστεναγμός!» είπε με φωνή που άδειασε με μιας. Οι ώμοι του έγειραν αδύναμα και η γυναίκα τον αγκάλιασε με τρυφερότητα.
«Κι εγώ τι είμαι;» τον ρώτησε γουργουρίζοντας ευτυχισμένη στην αγκαλιά του.
Ο άντρας της χαμογέλασε τρυφερά και της είπε: «Είσαι σεβντάς τόσο μεγάλος όσο και η θάλασσα! Κύμα στο κύμα η ζωή σε κάνει να αλλάζεις… Χαϊδεύεις, χτυπάς, αγαπάς, μισείς. Και από γλεντοκόπια έχω χορτάσει. Από αγάπη όμως όχι. Λένε πως ο έρωτας είναι μοναδικός και όλα τα άλλα που έρχονται είναι επαναλήψεις. Θα είμαι απόλυτα ειλικρινής, τη Μαρσό την ερωτεύτηκα τρελά. Πίστευα πως ποτέ δε θα ξανααισθανθώ έτσι. Κι όμως μαζί σου γνώρισα την αγάπη. Το απόλυτο ταίριασμα που έχουμε είναι σπάνιο και μοναδικό. Είμαι ευλογημένος που σε απάντησα».
«Αν με αγαπήσεις το μισό από όσο αγαπάς τη θάλασσα, θα είμαι ευτυχισμένη. Θα αντέξω το δικό μας το ταξίδι…»

Απόσπασμα από «Το μερτικό των αγγέλων» της Μάρθας Πατλάκουτζα
 

Οι δύο ερωτευμένοι σταμάτησαν να φιλιούνται, κοιταχτηκαν με πάθος στα μάτια και αγκαλιαστηκαν σφιχτά. Η Λενιω παραδόθηκε στον άντρα που η ίδια φύση την είχε δημιουργήσει για να τον δεχτεί άνευ όρων, άνευ θρησκευτικών πεποιθησεων, άνευ πρέπει και γιατί, εκεί κάτω από το φως των αστεριών Τα δύο αγκαλιασμενα κορμιά ταξίδεψαν μακριά, μέχρι τη λίμνη, εκεί που οι σκιές τους αντανακλουσαν στο νερό της και κάθε τόσο, μικρές, πολύ μικρές μπαλαρίνες χόρευαν στην επιφάνεια τον δικό τους ερωτικό σκοπό. Κρατούσαν τις ανάσες τους και βουτουσαν για λίγο κάτω από την επιφάνεια. Τότε η λίμνη έλαμπε, γινόταν ένα φωτεινό αστέρι, που σαν έπεσε από τον ουρανό αρνιόταν πεισματικά, σαν μικρό παιδί, να ανέβει ψηλά και να επιστρέψει στη θέση της. 


Σε μια άλλη πυρά βυθίστηκε μετά το πλούσιο γεύμα, σε μια πυρά ερωτική που την παρέσυρε ολοκληρωτικά αδειάζοντας το μυαλό της κι από ερωτήματα κι από ενδοιασμούς. Ήταν στιγμές μαγικές, ολονύκτιες σχεδόν, στιγμές που ξέχασε τις τόσες ερωτικές απογοητεύσεις του παρελθόντος, που έχασε τον κόσμο του παρόντος. Το κρασί εξαιρετικό κι αρκετό για την άμαθη Άννα, η αίσθηση της πολυτέλειας έξοχη μετά τη μεθυστική ζάλη της, παντού μια ομορφιά που μήτε απ’ το μυαλό της περνούσε πως υπάρχει κι απέναντί της, δίπλα της, μέσα της, ένας υπέροχος άντρας που είχε ξυπνήσει τη γυναίκα που κρυβόταν πίσω από τη φτωχή κοπέλα, πίσω από την επιμελή φοιτήτρια, πίσω από την συνεπή αγωνίστρια. 
Μήτε που θυμόταν πόσες φορές του είχε πει εκείνο το βράδυ: σ’ αγαπάω και πόσες φορές το είχε ακούσει από τα χείλη του. Ονειρεμένα λόγια γλύκαιναν τα αυτιά της όλη τη νύχτα, φιλοφρονήσεις για την ομορφιά της, διαβεβαιώσεις για τον έρωτα τους, ψιθυρίσματα του πάθους του. Τα χάδια, τα φιλιά και τα λόγια την οδήγησαν ξανά και ξανά σε μια ηδονή που παρέλυσε το μυαλό της, που μούδιασε το κορμί της. Και η αναμφισβήτητη ερωτική πείρα του Αλέκου φυσικά, που κατείχε το πώς ν’ αγγίξει, το πότε να φιλήσει, το πού να γρατζουνίσει, του έμπειρου Αλέκου που χωρίς βιάση και φούρια την καρτερούσε και την οδηγούσε, που κατάλαβε πότε ήταν έτοιμη και τότε, μόνο τότε, μπήκε μέσα της ήρεμα και μ’ ένα εκστατικό ρυθμό την οδήγησε στην κορύφωση# και τότε, μόνο τότε, τελείωσε κι αυτός, τη στιγμή που η Άννα σπαρταρούσε ολάκερη στα χέρια του. 

 Απόσπασμα από το μυθιστόρημά μου ΖΩΕΣ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ


Κράτησε σφιχτά τα χέρια της στα δικά του και τα μάτια του έλαμπαν σαν αστέρια. "Όταν η σελήνη θα καθρεφτίζεται στα σκοτεινά νερά, αυτό το μονοπάτι από ασημένιο φως,  θα το πούνε το μονοπάτι της αγάπης." "Κι όταν οι ερωτευμένοι θα στρέφουν το βλέμμα στον νυχτερινό ουρανό, δεν θα νοιώθουν ποτέ μόνοι!" Του απάντησε χαμογελώντας γλυκά.

  Από το "Σαν παλιό παραμύθι"


"'Έυχόταν να γύριζε ο χρόνος πίσω και να ξαναήταν έστω για λίγο νέα και ερωτευμένη. Έρωτας και νιάτα- ο πολυπόθητος, θαυματουργός συνδυασμός. Ο έρωτας σε στέλνει στα ουράνια, αλλάζει τα πάντα, τα άσχημα ομορφαίνουν, τα αδιάφορα αποκτούν ενδιαφέρον, οι αισθήσεις διεγείρονται, οι παλμοί ανεβαίνουν κατακόρυφα, και αν έχει ανταπόκριση τότε οι στιγμές είναι αξεπέραστες. 
"Και τι δεν θα 'δινα..."ψιθύρισε, ενώ το μυαλό της ήδη ταξίδευε χρόνια πριν. 

Απόσπασμα από το βιβλίο "Η καγκελόπορτα της αγάπης» εκδόσεις ΠΝΟΗ


…Στράφηκε και την κοίταξε, αναζητώντας στα όμορφα μάτια της σανίδα σωτηρίας. Πόσο άσκοπο! Φουρτούνα είχαν και τα δικά της και τον ζάλιζαν παραπάνω. Τον άρπαζαν με τέτοια ορμή, σαν να ήθελαν να τον ξεκολλήσουν από τη στεριά του και να τον πάρουν μακριά. Μέχρι που κατάφεραν να τον παρασύρουν. Εκείνος άνοιξε τα χέρια και αφέθηκε σαν σε ελεύθερη πτώση στα αφρισμένα κύματα. Πνίγηκε στην αγκαλιά της, στα άδυτα μιας ύπαρξης τόσο γνώριμης και ταυτόχρονα τόσο άγνωστης. Την ένιωσε κι εκείνη να παλεύει απεγνωσμένα να ανασάνει. Άρπαξε τα χείλη της για να της δώσει το φιλί της ζωής. Τότε συνειδητοποίησε τι θα πει πραγματική φουρτούνα στο απάνεμο λιμάνι μιας αγκαλιάς… 

   Απόσπασμα απο το βιβλιο ΌΣΑ ΔΕΝ ΕΓΙΝΑΝ ΛΕΞΕΙΣ
 

Ήταν ένα άρωμα φρεσκοκομμένου θυμαριού και μαύρης ελάτης, ένα άρωμα που μύριζε κάθε φορά που ξεφύλλιζε το σπάνιο αντίτυπο του Ερωτόκριτου του Βιτσέντζου Κορνάρου, που κοσμούσε τις προθήκες του βιβλιοπωλείου του πατέρα της. Αυτή τη μυρωδιά ερωτεύτηκε πριν ακόμα τον δει, κι όταν τον πλησίασε και σήκωσε τα μάτια της κι αντίκρισε το βλέμμα του, σκοτεινό και συνάμα χωρίς υποσχέσεις, λύγισε. Μάλλον αυτό έπρεπε να είναι το coup de foudre των Γάλλων, ο κεραυνοβόλος έρωτας των Ελλήνων, μια κατάσταση από την οποία είναι αδύνατον να γλιτώσει άνθρωπος, αφού ήταν καταδικασμένος από δυο θεούς συνάμα, τον Έρωτα και τον Δία. Amore a prima vista, έρωτας με την πρώτη ματιά, πόσο φτωχή τής φαινόταν η γλώσσα της, πόσο άνευρη, πόσο χωρίς συναίσθημα, αφού δεν μπορούσε με τίποτα να δείξει την ένταση του χτυπήματος που ένιωσε η καρδιά, η ψυχή και το ίδιο της το σώμα. 

Απόσπασμα από την "Πόλη που δακρύζει"


“ Τελικά τι είναι ο έρωτας; Ορμή ζωής; Αυτοδιάθεση στο πλάνεμα; Αρρυθμία της καρδιάς; Ο μονόδρομος της σκέψης; Τα αδιέξοδα συναισθήματα; Ένα πέταγμα στα σύννεφα; Πυρηνική έκρηξη; Μια ανάγκη Ζώης; Η ευφορία του νου; Καλοήθεις κύτταρο το οποίο αναπαραγόμενο φέρνει σε ισορροπία την ζωή μας, ενώ κάθε του αλλοίωση σημαίνει χάος και μιζέρια; Τύραννος - θεών τέ και ανθρώπων και δαιμόνων υπέρτατος; - Αρχηγέτης πάσης γενέσεως; ............. Μήπως αποδίδεται με μια λέξη και μοναδική; Έλξη, τύχη, αναπαραγωγή; Πείσμα, γέλιο, δάκρυ, θυσία, τρέμουλο, ανατριχίλα, έγνοια, λαμπάδιασμα, επιθυμία, ανάγκη, μπέρδεμα, αυτοθυσία, μεγαλοθυμία, ελπίδα, κεραυνοβόλος, παρά φόρος, αμαρτωλός, θείος, φλογερός; Η με όλες αυτές κι ακόμη περισσότερες; ¨ 

Αποσπασμα από το βιβλίο ( Ανάμεσά μας το ποτάμι )


«Σ’ αγαπώ τόσο πολύ, που νιώθω ότι δεν έχω ρώγα στο αριστερό μου στήθος», μου είπε ένα βράδυ ο αγαπημένος μου και κατάλαβα τι θα πει Αγάπη... Εγώ, η μονίμως ερωτευμένη με τον... Έρωτα! Ακόμα ηχεί στ’ αυτιά μου ο λόγος του, δεν έχω αποκρυπτογραφήσει όλες του τις αποχρώσεις και μια απούσα ρώγα... έγινε το Ρ του Έρωτά μου...  


"Γιώργοοο" σκίστηκαν τα βουνά από την κραυγή της. " Άνοιξε τα μάτια σου χαρά μου" τον παρακαλούσε. "Σε αγαπώ πολύ " τελικά βγήκε το σ' αγαπώ που δεν είχε ακουστεί ποτέ. Maria Σε είχα κλειδώσει στη καρδιά μου και μέχρι να έκλεινα τα μάτια μου θα αναζητούσα το κλειδί, το είχες πάρει εσύ. Έτσι αν δεν σε έβρισκα θα έμενες πάντα κλειδωμένος εκεί και εγώ βαθιά θλιμμένη. Τώρα σε βρήκα. Πρέπει να προχωρήσουμε. 

 Από το βιβλίο ΤΟ Σ ΑΓΑΠΩ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΊΠΑΜΕ
 

 Αγαπάς;  Όταν αγαπάς μόνος σου, δεν ξέρεις πώς είναι και να σε αγαπούν! Όταν η αγάπη δε μοιράζεται πώς έχεις απαίτηση να χορτάσεις από μια πίτα που δεν μπορείς ούτε να μυρίσεις; Δε γίνεται να νιώσεις τον πόνο του άλλου, την έννοια του, τη χαρά και τη λύπη του. Δεν μπορείς να καταλάβεις τα λόγια που κρύβουν τα μάτια του, δεν μπορείς να προφέρεις τις λέξεις που θα γίνουν βάλσαμο της ψυχής του. Πώς γίνεται να ορίσεις καινούργια αρχή στο τέλος του; Να βρεις χρυσές τομές για να συνθλίψεις τους φόβους του; Σε τέτοιες αγάπες ξεπερνάς τα θέλω με ένα φιλί και μια αγκαλιά, αν θες να υπάρξουν. Αυτές οι αγάπες ζουν το όνειρο και ας έχει ψεγάδια. Σε τέτοιες αγάπες οι νόμοι και οι κανόνες επιβάλλεται να είναι άγραφοι! Τέτοιες αγάπες είναι καταδικασμένες να ζουν τον έρωτά τους μοναχικά, αν δεν τις εξομολογηθείς. Αυτές οι αγάπες γεννούν πάθη, πάθη που κάποιος κάπου κάποτε θα τα πληρώσει για σένα που επέλεξες να αγαπάς μοναχικά… Αξίζει; Αυτές οι αγάπες δεν έχουν εισιτήριο επιστροφής, γιατί δε βγήκε ποτέ το αντίστοιχο της αναχώρησης. Τέτοιες αγάπες μεγαλώνουν με ακρωτηριασμένα άκρα. Πληγώνονται στο κάθε βήμα και ζητούν απεγνωσμένα βοήθεια για να σταθούν. Αυτές οι αγάπες δε λέγονται αγάπες και δεν έχουν κανένα παράδεισο να τις περιμένει. Ζουν μόνο λίγο στις σκιές… εκτός αν τις κερδίσει το φως. 

Απόσπασμα απο "η αλλη εκδοχη της ημερας"


" Είναι βλέπεις, Φωτεινή, αυτή η πάστα των ανθρώπων που τείνει να εκλείψει στις μέρες μας. Αυτή η χημεία όπου, όσα χρόνια και να περάσουν, δεν βαριέται ο ένας τον άλλον, το αντίθετο, του γίνεται ακόμη πιο απαραίτητος. Όχι γιατί τον έχει συνηθίσει, αλλά γιατί τον αγαπά. Αληθινά. Όχι εγωιστικά".

Απόσπασμα από το βιβλίο " Σε μια στροφή του καρουζέλ"


Χρόνια πολλά στον έρωτα, αυτόν που καταιγίδα μοιάζει, κι αυτόν που σαν αιώνιο ψιλόβροχο ποτίζει τη γη. Είναι φωτιά και μέλη. Νερό και ατσάλι. Στεναγμός και γέλιο ακριβό. Χρόνια πολλά στον Έρωτα, αυτόν τον πόλεμο και την απάνεμη αυγή. Χρόνια πολλά σε αυτούς που ερωτεύτηκαν, ερωτεύονται και θα ερωτευτούν. Γιατί χωρίς αυτόν, μια ίσια γραμμή η ζωή που λέγεται Ζωή.  


Η συναυλία των δυο εραστών…
Της πιάνω το χέρι και βουτάμε μεθυσμένοι. Είναι το πιο απολαυστικό, το πιο αισθησιακό μπάνιο της ζωής μου. Σαν δυο μοιραίοι εραστές, σαν δυο κοχύλια που στροβιλίζονται αγκαλιασμένα και μέσα σε μια χοάνη ανέμου, ανεβαίνουν μέχρι το φεγγάρι. Ζήλεψε το φεγγάρι τόση ομορφιά, κοίταξε και μαγεύτηκε απ’ την εικόνα. Βουτάει με όλη του την δύναμη και γίνεται ένα με το νερό, στροβιλίζεται, σηκώνεται και ξαναπέφτει, ρίχνοντας όλη τη μαγεία του μέσα στα ανεπαίσθητα κύματα της θάλασσας. Και η μαγεία του αυτή, τύλιξε τα κορμιά μας…
«Θέλω να σ’ αγγίζω για πάντα. Μόνο εγώ…»
«Εσύ και το φεγγάρι…»
«Ζηλεύω και το φεγγάρι, μόνο εγώ θ’ αγγίζω το κορμί σου…»
Το κύμα φτιάχνει τη δική του μελωδία, μια συναυλία στημένη μόνο για μας, η συναυλία των δυο εραστών. Τα σώματα επιπλέουν απαλά και η επαφή με τη θάλασσα, δυναμώνει την ένταση της μουσικής. Θέλω να φυλακίσω ετούτη τη στιγμή, θέλω να μου ανήκει, ο χρόνος μας και ο έρωτας, η μουσική μας και η γυναίκα της ζωής μου…
Και η παραλία γέμισε με ένα άρωμα μεθυστικό, το κοινό άρωμα των ψυχών μας, το άρωμα του έρωτα…

Απόσπασμα απο το νεο βιβλιο ...ΥΠΟ ΕΚΔΟΣΗ 


"Εκείνο το βράδυ έμεινα άυπνη κοιτώντας την οροφή. Πάνω της προβάλλονταν συνεχώς η μορφή εκείνου, τη στιγμή που φιλούσε το χέρι μου. Τη στιγμή που με κοιτούσε στα μάτια. Τη στιγμή που τα χείλη μου άγγιζαν το δέρμα του. Το στήθος μου φούσκωνε για να χωρέσει τη καρδιά μου, που την ένοιωθα να μεγαλώνει σε κάθε της χτύπο. Νομίζω ότι χαμογελούσα συνεχώς. Έβλεπα τα μάτια του, το πρόσωπό του και χαμογελούσα. Θυμάσαι ακόμα θαρρώ κι εσύ, πως είναι να νιώθεις ευτυχισμένη έτσι δεν είναι; Αυτό αισθανόμουν κι εγώ, μόνο που μέσα στα σωθικά μου υπήρχε και κάτι άλλο. Ένα συναίσθημα πρωτόγνωρο, που έτεινε να πλημμυρίσει το κορμί μου από άκρη σ’ άκρη. Αισθανόμουν πληρότητα και ταυτόχρονα, υπέφερα από την απουσία εκείνου. Είναι Θεός ο έρωτας, Θεός που κατακτά κι εγώ πια, φανατική πιστή του"


Νόμισε ξαφνικά, καθώς εκείνος πλησίαζε, ότι όλα τα κομμάτια της ενώνονταν.
«Ράφα!» ψέλλισε ασυναίσθητα όταν εκείνος σταμάτησε σε απόσταση αναπνοής.
«Ελβίρα, θα μπορούσα να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου ψάχνοντας ολόκληρο τον κόσμο για να σε βρω!» παραπονέθηκε εκείνος. Τα μάτια του την κάλυπταν με τόση τρυφερότητα και αγωνία. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά.
Αυτήν τη φορά ο Ραφαέλο ήταν αποφασισμένος, δεν θα την άφηνε να φύγει. Όχι προτού ξεκαθαρίσουν τα πάντα. Νόμισε ότι θα δάκρυζε -για πρώτη φορά στη ζωή του- τη στιγμή που την είδε από μακριά. Επιτέλους την είχε βρει! Και δεν θα έχανε την ευκαιρία του. Ή όλα ή τίποτα.
«Και γιατί με έψαχνες!», εκείνη πήρε πάλι αμυντική στάση.
«Γιατί δεν μπορώ να ζήσω μακριά σου, ούτε θέλω!», ομολόγησε αυτός.
«Αυτά τα έχεις ξαναπεί! Είναι πολύ εύκολο για εσένα Ραφαέλο, πολύ εύκολο» επέμεινε η Ελβίρα.
Το βλέμμα του σκοτείνιασε.
«Είναι πάνω από τις δυνάμεις μου, τις αντοχές μου και τα θέλω μου να ζω χωρίς εσένα Ελβίρα!» άπλωσε το χέρι και της χάιδεψε το μάγουλο.

Απόσπασμα από το “Πέρα από τις σκιές” που έρχεται τον Μάιο από τη Silk


Η Δέσποινα ένιωσε την ενέργεια του Γιάννη και έστρεψε το πρόσωπό της προς αυτόν. Κι εκείνος κράταγε το στόμα του με το χέρι του ,όπως κι εκείνη. Κι εκείνου τα μάτια έλαμπαν όπως κι εκείνης. Με το που τα βλέμματά τους συναντήθηκαν και μίλησαν, κατά ένα παράξενο τρόπο, το μίσος εξαφανίστηκε από τα μάτια της Δέσποινας και μείναν μόνο τα δάκρυα. Αυτός τότε έκανε μια απρόβλεπτη κίνηση, μια κίνηση που έσπασε την μονοτονία και πειθαρχία της στιγμής. Το χέρι του βγήκε από το στόμα του και ταξίδεψε προς τα δάκρυα της Δέσποινας. Ένα ταξίδι λίγων εκατοστών ,που όμως για τον Γιάννη φάνηκε χιλιόμετρα ολόκληρα. Τόσο αργά, τόσο τρυφερά πλησίασε το μάγουλό της, τόσο ντελικάτα ακούμπησε το δέρμα της, για να σκουπίσει αυτό τον παραβάτη, αυτό που τολμούσε να αγγίξει το δέρμα της αγαπημένης του Δέσποινας. Πως τολμούσαν τα δάκρυα να χαϊδέψουν τα μαγουλάκια της, πως τολμούσαν τα δάκρυα να γλιστρήσουν σε αυτήν την επιδερμίδα; Όχι. Έπρεπε να τιμωρηθούν. Το δάχτυλο του Γιάννη σάρωσε τα υγρά της θλίψης και το πρόσωπο της Δέσποινάς του, ήταν ελεύθερο και πάλι. Μα κι εκείνη ανταπέδωσε αμέσως. Ανυπότακτο και αντιδραστικό πνεύμα όπως ήταν, χαμογέλασε, έβγαλε κι αυτή το χέρι της από το στόμα της, και έσφιξε τα δάχτυλα του άντρα που απάλυνε για λίγο τον πόνο της.
 “Φίλε μου…Σ αγαπώ τόσο πολύ”
“Δέσποινά μου! Η ζωή μου, εσύ!”
Κι έτσι η ζωή βρήκε πάλι τρόπο να εκφράσει την ομορφιά της και ας παίζονταν το κεφάλι τους εκείνη την ώρα. Έτσι η αγάπη βρήκε πάλι τρόπο να εκδηλωθεί, την ίδια στιγμή που ακριβώς από πάνω τους εξελίσσονταν ένας αγώνας ζωής και θανάτου. 

Αποσπασμα απο το Παραδώστε τους αντιστασιακούς

 
Και στέκεις εκεί, στην άκρη της λίμνης να βλέπεις το όνειρο σου να βυθίζεται . Θέλεις να το ακολουθήσεις για να μην χαθεί κι ας πνιγείς μαζί του , μα την τελευταία στιγμή σταματάς . Το εγκαταλείπεις μόνο του . Ίσως είναι καλύτερο να φτιάξεις ένα καινούργιο, πιο δυνατό, πιο όμορφο όνειρο . Άλλωστε, η αγάπη που έχεις μέσα σου είναι από μόνη της δημιουργός ονείρων … 

"Παράξενο πράγμα ο έρωτας. Γίνεται διεκδικητικός πριν καλά-καλά γεννηθεί, πριν ωριμάσει, ίσα που τσιμπάει τις καρδιές των ανθρώπων και αυτό είναι αρκετό για να γίνει κανείς πικρόχολος και ξένος. Έρωτας. Σαν ανάσταση. Έρωτας. Σα δηλητήριο. Όποιον δρόμο και να πάρεις, κερδισμένος θα βγεις. Έστω για λίγο"  

- Από το "Αντέχεις" (Εκδ. Μίνωας, 2018).


Της ψυχής ο έρωτας 


Της ψυχής ο έρωτας
μα ποτέ δεν σβήνει.
Μια ουρά από άστρα
στο φευγιό του αφήνει. 

 
 Της ψυχής ο έρωτας
καίει σαν καντήλι.
Καρβουνάκι άσβεστο,
πάντα κάτι δίνει.

Της ψυχής ο έρωτας,
σπλαχνικός, ανακατώνει
γύρη την ελπίδα
στης ζωής την σκόνη.

 Από την ποιητική μου συλλογή Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ  ΠΟΝΟΥ


Οι σχέσεις χρειάζονται πολύ περισσότερα πράγματα από σκέτη αγάπη. Ή μάλλον, χρειάζονται πολύ αγάπη που προϋποθέτει και πολλά άλλα συναισθήματα. Και φυσικά η απόδειξη αγάπης δεν είναι ούτε τα λουλούδια, ούτε τα λούτρινα αρκουδάκια, ούτε τα ρομαντικά δείπνα σε ακριβά εστιατόρια την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου. Όλα αυτά ή κάποια απ' αυτά, μπορούν να γίνονται σε ανύποπτο χρόνο κατά την διάρκεια των 365 ημερών μίας χρονιάς. Και τότε έχουν και μεγαλύτερη αξία, νόημα, είναι και πιο αληθινά. Γιατί δεν γίνονται στα πλαίσια μίας ξενοφερμένης γιορτής που σκοπό έχει να εμπορευματοποιήσει τον έρωτα. Έχουν άλλη βάση, άλλη θεωρία, άλλο συναίσθημα! Το απρόβλεπτο ραντεβού που θα μας κλείσει ο αγαπημένος μας, ένα βράδυ στα μέσα της εβδομάδας για να βρεθούμε οι δυό μας μακριά από γνωστούς και φίλους, μόνο και μόνο για να μας θυμίσει πως είμαστε η "γυναίκα της ζωής" του, ένα λουλούδι που θα αφήσει το πρωί στο μαξιλάρι μας, λίγο πριν φύγει για την δουλειά του, μ' ένα ρομαντικό σημείωμα που μας επισημαίνει πως νοιώθει τυχερός που είμαστε στη ζωή του, ένα φθηνό και μικρό δωράκι που θα βρούμε ριγμένο "τυχαία" στην τσάντα μας, με δύο λόγια που να λένε "μικρό το δώρο μου, μα τεράστια η αγάπη μου για σένα" είναι το αλατοπίπερο των σχέσεων. Είναι ο θεμέλιος λίθος για σχέσεις που ίσως κρατήσουν και για ΠΑΝΤΑ! Δύσκολη λέξη (και έννοια το "για πάντα") και μεγάλη παγίδα όταν την ακούς να λέγεται συχνά - πυκνά, χωρίς όμως να σημαίνει και τίποτα. Ποιος λοιπόν κάνει όλα ή ένα από τα παραπάνω; Πολύ φοβάμαι πως είναι ελάχιστοι και είδος προς εξαφάνιση. Όλοι περιμένουν αυτή την μέρα για να θυμηθούν ότι είναι ερωτευμένοι. Ότι έχουν το τέλειο έτερον ήμισυ! Ότι πρέπει να δείξουν την αγάπη τους με κάποιο δώρο. Μα είναι τόσο προβλέψιμο, τόσο κλασσικό και τόσο προφανές που μετά από κάποια χρόνια, γίνεται χειρότερο και από συνήθεια. Και η συνήθεια, ως γνωστόν, σκοτώνει τον έρωτα!  Αν παλαιότερα περιμέναμε εναγωνίως τι δώρο θα μας πάρει ο καλός μας γι αυτή την ημέρα, τώρα πια αδιαφορούμε και να το συζητήσουμε. Άλλωστε σκεφτόμαστε: "Τι θα' ναι; Ένα ακόμα αρκουδάκι, μία ακόμη ανθοδέσμη ή στην καλύτερη περίπτωση, κάποιο sexy εσώρουχο που σκοπό έχει να εξιτάρει τον ίδιο και όχι εμάς."


«Όταν πιστεύεις ότι ζεις το μεγάλο έρωτα της ζωής σου, ανεξάρτητα σε τι ηλικία βρίσκεσαι, και στην πορεία συνειδητοποιείς ότι μια άλφα χιλιομετρική απόσταση είναι ικανή να τη διαγράψει, είναι ηλίθιο να πιστεύεις ότι υπάρχουν αιώνιοι έρωτες. Όταν η γυναίκα που αγαπάς πέφτει θύμα πλασματικών εμποδίων, είναι ανούσιο να πιστεύεις ότι κάποτε αυτός ο άνθρωπος σε αγάπησε. Όταν θεωρείς καθήκον σου να ισοπεδώνεις τα πάντα για να βρεθείς κοντά της και να τη σφίξεις στην αγκαλιά σου, και αυτή επιμένει να σου λέει ότι όλα αυτά τα κάνεις για να της ρίξεις στάχτη στα μάτια, καθώς πιστεύει ότι την απατάς, αξίζει να μιλάς για αγάπη; Όταν…» 

(απόσπασμα απο το βιβλίο "Επίδομα Απιστίας", των εκδόσεων Ίαμβος)


"Και τελικά αγάπη είναι να αγαπάς τον άλλον όπως είναι και όχι όπως θα ήθελες να είναι. Και είχε αρκετή σοφία αυτή η γυναίκα για να μην προσπαθήσει να τον αλλάξει αλλά να τον δεχτεί όπως ήταν.
"Πως μπορείς και τον αγαπάς ακόμη;" τη ρώτησε κάποτε μία οικογενειακή φίλη τους που γνώριζε τον δύστροπο χαρακτήρα του.
-Βλέπω σ αυτόν όσα δεν μπορεί να δει κανείς, της απάντησε.
"Αγάπη είναι η νίκη των συναισθημάτων στη φθορά του χρόνου. Είναι η νίκη του μαζί στα εύκολα και κυρίως, στα δύσκολα. Αγάπη είναι η τέχνη της καρδιάς να χτυπά αλλιώς στην όψη αυτού που αγαπάς και τα μάτια σου να τον βλέπουν όπως την πρώτη μέρα κι ας έχουν περάσει χρόνια"
Και όλα τα λόγια που είπε στην εμβρόντητη φίλη της έβγαιναν αβίαστα από την ψυχή της γιατί τα ένιωθε..

Απόσπασμα από το ΑΝΤΙΠΑΛΟΙ ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗ.

 
Ο Σελίμ βρισκόταν πάνω από ώρα στην καλύβα. Το κορίτσι κοιμότανε ήσυχα κι αυτός μπορούσε να ρουφάει την ομορφιά της για πρώτη φορά όσο ήθελε. Είχε ακουμπήσει παράμερα το σπαρματσέτο και το λιγοστό φως άγγιζε τα μαλλιά της, το δέρμα της, δίνοντας απόκοσμη υφή στην ακριβή του. Όταν την είδε να ξυπνάει, του φάνηκε πως ένα λουλούδι άνοιγε τα πέταλα και βιάστηκε να εισπνεύσει την οσμή. Ο τρόμος στα μάτια της, η κραυγή, τον συνέφερε.
«Κόρκμα…»
Της έκλεισε το στόμα με το χέρι, όσο γινόταν πιο απαλά, η επαφή με το κορμί της τονε τίναξε, δύσκολα κατάφερε να βάλει γκέμια στην τρέλα του.
«Μη φωνάζεις, θα σε ακούσουν, σε κλέψανε, είμαι εδώ για να σε σώσω…» Κράτησε το κεφάλι της στο στέρνο του, την άγγιζε, τη μύριζε, η λαχτάρα του έγινε λάβα, το αίμα του πύρωσε, τώρα μπορούσε να πεθάνει. Έσφιξε τα δόντια να ξαναβρεί την ψυχραιμία του. Μια λάθος κίνηση και όλο το σκέδιο του θα πήγαινε στράφι.
«Δε θα φωνάξεις, θα σε αφήσω… δε θα φωνάξεις, έτσι;»
Της μιλούσε στη γλώσσα της, παρόλο που θα προτιμούσε να της μιλάει στη δική του, γιατί η αντάρα της ψυχής του έβρισκε γαλήνη στη γλώσσα της μάνας του. Μα είχε χρόνο. Αν όλα πήγαιναν καλά… Η Γέρση ένεψε καταφατικά. Δεν ήξερε τι γινόταν, παράπαιε ανάμεσα σε όνειρο και εφιάλτη, δεν είχε μνήμη. Μπερδεμένες εικόνες, αλλά αυτή η φωνή τής πρόσφερε σιγουριά. Τραβήχτηκε από τα χέρια του και αισθάνθηκε την απροθυμία να την αφήσουν. Ο Σελίμ της έδωσε το κανάτι και το κορίτσι ήπιε με βουλιμία. Έβρεξε τα χέρια του και της έπλυνε το πρόσωπο. Το μαρτύριο συνεχιζόταν, την άγγιζε στα μάτια, στα χείλη, στα λαιμά. Ονειρεύτηκε προς στιγμή πως της έπλενε όλο το κορμί με ροδόνερο κι ένα ηφαίστειο ετοιμαζόταν να εκραγεί ανάμεσα στα λαγόνια του. Θύμωσε με τον εαυτό του, πετάχτηκε, άρπαξε το κανάτι κι ακούμπησε το στόμα του εκεί που λίγο πριν ακουμπούσε το δικό της. Χίλιες φορές είχε ονειρευτεί αυτή την επαφή, όμως δεν ήταν ώρα.

 Απόσπασμα από το βιβλίο "Γέρση, είσαι το κόκκινο στο αίμα μου"


Οι δύο εραστές έκαναν έρωτα -για τελευταία φορά στη ζωή τους- σαν να απολάμβαναν έναύστατο γεύμα, πριν την εκτέλεση. Και πάντα, στο τελευταίο γεύμα, ο καταδικασμένος  σε θανατική ποινή ζητά για δείπνο αυτό που του αρέσει. Της ζήτησε πράγματα ανομολόγητα, ασυνήθιστα. Έπαιξε ο ένας με το σώμα του άλλου,  χωρίς να τεθούν όρια και σύνορα. Ένα παιχνίδι καρδιάς,  ψυχών και παθών. Εκείνη, τον χρησιμοποίησε με κάθε δυνατό τρόπο με γλύκα, με πόνο, με μια ερωτική ανομία, που τώρα φαινόταν εξιδανικευμένη σαν ποίημα, σαν λατρεία σε κάποιον Άγνωστο Θεό.
Κι επειδή είχαν μάθει από παλιά να παραδίνονται ο ένας στα «θέλω» του άλλου, δέχτηκε κι εκείνη όλα όσα επιθυμούσε ο… μελλοθάνατος. Δική τους ήταν πλέον η ζωή,  δικό τους και το πάθος. Κοινό και αδιαπραγμάτευτο. Η επιθυμία ήρθε για να πάρει και να δώσει και εξαντλήθηκε μόνον όταν αποκοιμήθηκαν, ανήμποροι και ιδρωμένοι. Συνάμα, όμως, καθαροί από μαύρες σκέψεις, τύψεις κι ενοχές. Έδωσαν, πήραν, έδωσαν ξανά, πήραν πάλι πίσω… Ένα ερωτικό δούναι και λαβείν δίχως αύριο και χωρίς υποσχέσεις, αφού δεν θα υπήρχε «αύριο». Σε λίγες ώρες όλα θα τελείωναν. Εκείνη, όμως, η ώρα, τους φάνηκε αιώνια.

Από το μυθιστόρημά μου Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ© που βρίσκεται στο συρτάρι μου και που θα ήθελα να μείνει εκεί που είναι. Αν και στον έρωτα και στη συγγραφή, ποτέ μην λέμε… ποτέ.
Πάνος Παπαδάκης,
2018

 
Έρωτας! Σκιρτά το κορμί. Τα μάγουλα αναμμένα. Έρωτας! Κυλιέσαι καταγής στα ευωδιαστά του πόθου τα κλινάρια. Έρωτας! Διψάς και λαχταράς το χάδι να πλανέψει το κορμί σου. Έτσι αγάπησε η Λουίζα. Τόσο πολύ! Έτσι τον ένιωσε τον έρωτα. Και έγινε ο Μάρκος, ο πρώτος της έρωτας, καημός και πόθος και λαχτάρα ηδονική. Τα τείχη του Εγώ της έκλεισε και έκανε την καρδιά της μία πόρτα ολάνοιχτη για κείνον. Με το αίμα της ψυχής και της χαράς το δάκρυ και της λύπης τον ζωγράφισε και τον έβαλε μέσα της στολισμένο με της ακακίας το άρωμα και με πανσέδες και με κρίνα. Έτσι τον ήθελε. Να χαίρεται και να φεγγοβολά. Τις νύχτες του χειμώνα να ξυπνά μέσα της τον πόθο του και να χαϊδεύει τις μυστικές χορδές των αισθημάτων της. Το καλοκαίρι με τρυφερές πνοές και ευωδιές ερωτικές, από το μέσα της βγαλμένες, να ξυπνά. Έλα όμως που η ζωή δεν είναι μία σταθερή γραμμή που τη βαδίζεις και δεν μπορείς να αλλάξεις τίποτε; Έλα που η ζωή κλωθογυρνά και φέρνει τα ίσια ανάποδα και τα ανάποδα ίσια; Mα η Λουίζα ποτέ της δεν νόμισε ότι η δική της ζωή θα άλλαζε κάποτε. Όχι! κάτι τέτοιο δεν το είχε φανταστεί. Δεν ήθελε να το φανταστεί! Και δεν υπήρχε λόγος για κείνη να το φανταστεί. Τον είχε πιστέψει. Τον είχε μέσα στα κατάβαθα της ψυχής της βάλει. Και τώρα; Πώς απατήθηκε τόσο; Πώς η ζωή της άλλαξε με μιας; Πώς; Ούτε και το κατάλαβε... Μέσα σε λίγες στιγμές και όλα πήραν μιαν άλλη τροπή με την απογοήτευση να πλημμυρίζει την ψυχή της. Ένα έρημο τοπίο η ζωή της, ξερό, σκελετωμένο, γερασμένο απλώθηκε γύρω της, κάνοντας τον πόνο της αβάσταγο. Το αχνορόδινο φως του έρωτα μετατράπηκε σε ένα πυκνό γκριζόμαυρο σύννεφο. Και αυτό της πλάκωσε καρδιά και νου. Και τη σύντριψε. Μυλόπετρα έγινε που τη γυρόφερνε στα γύρω της και ύστερα... το τέλος. Μα δεν το δέχτηκε! Δεν θέλησε τη ζωή της χωρίς τον Μάρκο να τη δει. Έμεινε μόνη. Άλλον δεν θέλησε να βάλει, εκεί που το θρόνο του είχε στήσει ο Μάρκος της. Πέρασαν μήνες. Έτσι απλά πέρασαν. Χωρίς να νιώθει τίποτε, παρά μόνο τον άχρηστο χρόνο και να περιμένει μήπως και ο Μάρκος της γυρίσει. Ήξερε, πίστευε μάλλον, πως την αγαπά. Μα και εδώ απατήθηκε. Ο Μάρκος ούτε που φάνηκε.  


Τώρα πια ήταν σίγουρος πως οχι μόνο επιπόλαια δεν ήταν αυτά που ένοιωθε, αλλά αντιθέτωςήταν τόσο ισχυρά, που τον ξεπερνούσαν. Γιατί εν μέρει χαιρόταν που ήταν ευτυχισμένη, κι ας μην ήταν μαζί του. Ευχαριστούσε το σύμπαν που μπόρεσε επιτέλους να νοιώσει πως είναι να αγπάς πραγματικά και να ενδιαφέρεσαι για κάποια χωρίς να περιμένεις να λάβεις το παραμικρό. "Μαλλον όχι! Κάτι λαμβάνω κι εγω. Ενοιωσα μια αγάπη που ποτέ δεν περιμενα να νοιώσω. Ποτέ δεν πίστεψα ότι γίνεται να αισθανθεί έτσι κάποιος, Σ'ευχαριστώ, Χριστιάνα, για όσα με εκανες να ζήσω" μονολόγησε.

Απόσπασμα από το βιβλίο "Πέρα από τη γέφυρα"


Και άξαφνα όλος ο χώρος γέμισε με έντονα χρώματα και περίεργους παράφωνους ήχους. Μοιάζοντας σαν τσίρκο που ξετρύπωσε από εφιάλτη, είδε παντού γύρω της εκατοντάδες πρόβατα στρυμωγμένα, το ένα δίπλα στο άλλο αλλά και μπροστά και πίσω από τα άλλα, να κάθονται προσοχή, κοιτώντας τον Ιεροκήρυκα! Μόνο που αυτή την φορά έμοιαζε περισσότερο με θηριοδαμαστή! Κρατώντας ένα τεράστιο μαστίγιο, χτυπούσε οποιοδήποτε πρόβατο τολμούσε να κοιτάξει οπουδήποτε αλλού, εκτός από μπροστά του! Τα διατηρούσε σε τάξη, λέγοντας συνεχώς ότι θα τα σώσει από τη σφαγή, αρκεί να έδιναν τα πάντα σε αυτόν! Τα ρούχα του ξεχείλιζαν από χρήματα, που αιωρούνταν στον αέρα κι εκείνος τα άρπαζε αχόρταγα, τοποθετώντας τα βαθιά μέσα στις τσέπες του! Ύστερα έστελνε μερικά από τα πρόβατα σε μια μικρή πόρτα, που έσταζε κόκκινο πηκτό αίμα. Ήταν το δικό του σφαγείο! Όταν κάποιο πρόβατο δεν είχε τίποτε άλλο πια να δώσει, το θανάτωνε, λέγοντας πως είχε χάσει το δικαίωμά του να ζει ανάμεσα σε αυτά που είχαν να προσφέρουν! Αφού το εισιτήριο για όλες τις υπηρεσίες και τις ουράνιες παροχές ήταν τα χρήματα, χωρίς αυτά κανένας αντιπρόσωπος του Θεού δεν θα ήταν σε θέση να το βοηθήσει! Αν κάποιο πρόβατο διαμαρτυρόμενο τολμούσε να βελάξει, το θανάτωνε αμέσως χαρακτηρίζοντάς το αιρετικό! Έτσι στο τέλος, στην αίθουσα έμεναν μονάχα αυτά που είχαν χρήματα και υπάκουαν τυφλά στα λόγια του και μάλιστα, ήταν τόσο πιστά, που αν οποιοδήποτε από τα διπλανά τους έκανε κάτι, που να διέφευγε από την προσοχή του θηριοδαμαστή τους, το κατέδιδαν τα ίδια στέλνοντάς το στην πόρτα της σφαγής!

 Απόσπασμα από το βιβλίο «Το σπίτι του Κάιν»


<<Είκοσι μοναχοί και μια μοναχή που την έλεγαν Εσούν  έκαναν άσκηση διαλογισμού με κάποιον δάσκαλο του ζεν. Η Εσούν ήταν πολύ νόστιμη παρά το ξυρισμένο της κεφάλι και το άχαρο ντύσιμο. Κάμποσοι μοναχοί την ερωτεύθηκαν κρυφά. Ένας από αυτούς της έγραψε ένα ερωτικό γράμμα, ζητώντας της επίμονα μια κρυφή συνάντηση. Η Εσούν δεν απάντησε. Την άλλη μέρα ο δάσκαλος έκανε μια ομιλία στην ομάδα, και όταν τελείωσε, η Εσούν σηκώθηκε όρθια. Στράφηκε προς εκείνον που της είχε γράψει το γράμμα και του είπε : ΄΄Αν πραγματικά μ’ αγαπάς τόσο πολύ, έλα κι αγκάλιασέ με τώρα.’’
<<Αντιγόνη, αν αγαπάς, αγάπα φανερά. Είσαι μια γυναίκα που δεν της αξίζουν οι σκιές και τα σκοτάδια. Σε κανέναν δεν αξίζουν δηλαδή και συνήθως πληγώνουν περισσότερο κι από τις φανερές σχέσεις….

Aπόσπασμα απο το βιβλίο "Επάγγελμα Γραμματέας" εκδόσεις ΠΝΟΗ


Ποιος μπορεί να αντισταθεί στο μαγικό πρώτο άγγιγμα του έρωτα; "Αυτοί οι δυο τραβούσαν σα μαγνήτης ο ένας τον άλλον και δεν είχαν ξεκολλημό. Ο Ρήγας ρουφούσε φρενιασμένα την κάθε της ανάσα κι εκείνη, όσο κι αν δεν το παραδεχόταν ούτε στον ίδιο της τον εαυτό, τραγουδούσε μόνο για τα αυτιά και την καρδιά του ομορφάντρα. Η Ζαμπία ούτε μπορούσε να πει πως είχε γίνει ετούτο το θαύμα, όμως η ορμή του είχε βρει το δρόμο να γλυκάνει τα σωθικά και να μερώσει την αγριεμένη της καρδιά. Μια καρδιά που το'χε συνήθειο να φεύγει από παντού τρέχοντας σαν τον άνεμο..."

Αποσπασμα από το βιβλιο «Οι γιοι της Γαλανης Κυράς» εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ


 ‘Feelings, nothing more than feelings… Πόσες φορές είχε χορέψει αυτό το τραγούδι! Πόσες φορές το μπλουζ του πόθου ένωσε την ανάσα της με μια άλλη ανάσα, που άχνιζε κι εκλιπαρούσε. «Σε θέλω τώρα» κάτω απ’ το λιγοστό φως των κεριών που άπλωνε θαλπωρή και σκιές. Κι αυτός ο χορός αισθήσεων και παραισθήσεων, ερχόταν ακριβώς την ώρα που έλεγε «παραδίνομαι, δεν πολεμάω άλλο». Ακριβώς τότε, η ζωή με ηθικό αυτουργό ένα κορμί που έκαιγε, έκανε κάτι μεγάλο κι αναξιοπρεπές κι αποφάσιζε να μείνει και να δει τι θα γίνει παρακάτω. Είναι ηδονή να καις κανόνες, που γίνεται μεγαλύτερη, όταν τους καις κρυφά. Σαν να βλέπεις για πρώτη φορά την απεραντοσύνη του ωκεανού. Σαν να κάνεις στην καρδιά σου απολέπιση να φύγουν τα νεκρά κύτταρα, για να φανούν τα καινούργια. Κι αν απλωθεί μετά κι η μάσκα ομορφιάς, με κανα δυο φιλιά εκατόφυλλα σε πρόσωπο ένοχο, βλέπεις μάτια να λάμπουν σαν πυγολαμπίδες. Μάγουλα να κοκκινίζουν από έξαψη σαν ώριμα μήλα. Βλέπεις τους άλλους, να κρίνουν και να ομολογούν: «Σήμερα, είσαι στις ομορφιές σου. Τι έκανες;»

Απόσπασμα απο το βιβλίο "Τι γυρεύω εγώ εδώ"


Ενώθα πως πάντα θα τον αγαπούσα, αλλά πλέον είχα φτάσει σε άλλο μήκος κύματος, που μου επέτρεπε να προχωράω μόνη. Όπως όταν χτυπάς και μετά την πληγή που τρέχει ασταμάτητα αίμα , σχηματίζεται μια πέτσα. Όσο χτυπάς το ίδιο σημείο η πέτσα φεύγει και ανοίγει την πληγή. Αν καταφέρεις να περάσει καιρός , η πέτσα θα σκληρύνει και δε θα επιτρέπει στην πληγή ν' ανοίξει και πάλι. Άραγε αυτό μου συνέβαινε η αυτό ήθελα να πιστεύω γιατί μετά από τόσα χρόνια είχα πλέον εθιστεί στην έλλειψη του; μήπως γι' αυτό δεν πονούσα; κι αυτό το συναίσθημα είναι ο αληθινός έρωτας; Ολοι τον αναζητούν , αλλά πόσοι τελικά καταφέρνουν να τον ανακαλύψουν; Κι εγώ , που ήμουν πλέον σίγουρη πως είχα ανακαλύψει τον αληθινό έρωτα στο πρόσωπο του Αργυρή , πως ενωθα που τελικά ανήκα στην κατηγορία εκείνων που είχαν κερδίσει στο παιχνίδι του θησαυρού; Μα φυσικά μεγάλη "υπερηφάνεια"! αφού κατείχα τον τίτλο της νικήτριας χωρίς το επαθλο(!). 

Απόσπασμα από το βιβλίο Έτσι κι αλλιως καλημέρα που κυκλοφόρησε από τις εκδοσεις Λιβανη το 2012 Μελινα Τουντα


Μα... Μόλις η πλανεύτρα νύχτα  τύλιγε στα σκοτεινά της πέπλα κι έκρυβε τη σκληρά ανελέητη αλήθεια, σήκωνε ανυπάκουα η  αδυναμία το κεφάλι της, η λαχτάρα   ξυπνούσε αδηφάγα, η ύπουλη συνήθεια  ζητούσε όλο πιο βαρύ  ναρκωτικό και κάθε υπόσχεση κι όρκος κρύβονταν, κυνηγημένα από του  μαύρου πάθους  την ορμή στου ασυνείδητου τα βάθη.
Άγρια, βίαια, ανατριχιαστικά, σαν όρνια και σαν θηρία ανήμερα, που άλλοτε  από πείνα ή αχόρταγη όρεξη κι άλλοτε μόνο  και μόνο για να χαρούν τη δύναμη τους, αρπάζουν και ξεσκίζουνε   ότι βρεθεί μπροστά τους, έτσι κι οι αταίριαστοι ετούτοι εραστές,  παραδομένοι στης σάρκας τους τις ορέξεις και σε μια σχέση που δεν χωρούσε κανένα «σ’ αγαπώ», παράβγαιναν,  αδίστακτοι, ο ένας τον άλλον, ορμώντας κάθε βράδυ και ρημάζοντας της  ψυχής τους τα όρια και τυραννούσαν τα κορμιά τους με ηδονές σαδιστικές για να τα εκδικηθούνε.
«Έλεος...έλεος...», ζητά από τον εαυτό της κι από τον Θεό, όταν του παραδίνεται.
«Σε χρειάζομαι σαν το αίμα στο σώμα μου...», της ομολογεί όσο την εξουσιάζει 
 «Φύγε...Φύγε...» του φωνάζει στο κορύφωμα της ηδονής, μα τον σφίγγει  απελπισμένα  στην αγκαλιά της.
«Μαρτύριο της ζωής μου...», τις καταλογίζει ευθύνες όσο την αλώνει.
«Λυπήσου με...», τον παρακαλεί σαν εκείνος της χαρίζει τη ορμή του.
«Μάγισσα...Μάγισσα...», την κατηγορεί κι αφήνεται στα μάγια της.
Κάθε γωνιά του σπιτιού, γίνεται πεδίο πολύνεκρης μάχης.
Κάθε κρεβάτι καταλήγει προσάναμμα στο πυρανάλωμα της καταστρεπτικής μανίας της φωτιάς που τους καίει.
Τα σεντόνια στάζουν και μοσχοβολούν ηδυπάθεια.
Τα πατώματα κοκκινίζουν από το κρασί της ηδονής.

(Απόσπασμα από το μυθιστόρημα.) ΜΙΣΟ ΚΑΡΑΒΙ ΑΠΟ ΤΗ ΧΙΟ


Ψυχή Γραμμένη

Έκανες και έσμιγαν  σκόνη και χιόνι
Σαν ένα  θαύμα άλλων καιρών
Νερό η αγάπη σου που έλιωνε βράχια
Μέσα στα ρήγματα των φαραγγιών

Ήμασταν κάποτε  το σπάνιο μέρος
Που αγκαλιάζονται δύο νερά
Ποτάμι  θάλασσα  νερό κι αλάτι
Και εμείς στη μέση σφιχτή αγκαλιά

Για σένα ήμουνα ψυχή γραμμένη
Κι ήταν η αλήθεια μας μοναδική
Και την καρδιά μου είχες κρυμμένη
Να μη την κλέψουν περαστικοί

Και σαν   φθινόπωρο τα φύλλα πέφτουν
Μα δέντρα γίνονται όπως παλιά
Μαζί  θα  είμαστε σε κάθε χρόνο
Στο πριν στο τώρα και στο μετά

Για σένα ήμουνα ψυχή γραμμένη
Και την καρδιά μου  είχες κρυμμένη
Να μην την βρουν ποτέ σπασμένη
Και την πατήσουν  οι βιαστικοί
 
Στίχοι: Κώστας Μπέζας

 
"Γιατί πιστεύεις πως αυτό το κορίτσι δεν μπόρεσε να δεχτεί τελικά την αγάπη μου;΄΄
΄΄Πώς να δεχτείς αγάπη όταν δεν μπορείς να την προσφέρεις;΄΄
΄΄Θέλεις να πεις ότι εκείνη δεν είχε καθόλου αισθήματα για εμένα;΄΄
΄΄Οι ορισμοί της αγάπης είναι όσοι και οι ανθρώποι του ντουνιά. Ένας δύσκολος ορισμός είναι να μπορούμε ν' αφήνουμε τον άλλο να είναι αυτό που διάλεξε να είναι,μας αρέσει δεν μας αρέσει!΄΄

Απόσπασμα από το βιβλίο «Πουλί θα κάμω τη χαρά» εκδόσεις ΠΝΟΗ


Το ταξίδι της σκέψης μου προσπερνά τις ένοπλες ληστείες, τα πραξικοπήματα, το φόβο της μαύρης μαγείας, όλα τα διαγράφει και σταματά στις μυστηριακές νύχτες κάτω από ένα άλλο  κομμάτι  έναστρου ουρανού, με το φεγγάρι ολόγιομο να ζωγραφίζει με σκιές τον κήπο του σπιτιού μου, κι εγώ κουλουριασμένη στην αγκαλιά του Ηλία να αφουγκράζομαι το πουλί που αποξεχάστηκε και συνεχίζει το μονότονο τραγούδι του. Ο Ηλίας μου, που ήθελε πάντα επιβεβαιώσεις, έσκυβε στο αυτί μου και ψιθύριζε:
«Μ’ αγαπάς ακόμα;»
 Έμενα λίγο σιωπηλή να ψάχνω μέσα μου ζύγιζα τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της αγάπης του. Υπήρχε σταθερότητα και σιγουριά. 
«Ναι, σε αγαπώ, πολύ».
«Δε με βαρέθηκες ακόμα;»
«Ναι, σε βαρέθηκα, αλλά δε σε χόρτασα», του απαντούσα και τον φιλούσα στα βλέφαρα.
Ο Ηλίας δεν ήταν πια ίδιος με τον άντρα που με τράβηξε με την πρώτη ματιά πρινμ από πολλά χρόνια και τον ακολούθησα τυφλά στην ξένη χώρα. Το βλέμμα του εξακολουθούσε να ακτινοβολεί δύναμη αλλά ήταν ένας μεσήλικας που είχε κουραστεί από τις κακουχίες. Κι εγώ έχω αλλάξει. Το δέρμα μου δεν είναι πια καθάριο και δροσερό, στέγνωσε απ’ το ξηρό κλίμα και τον ήλιο και γέμισε μικρές καφέ κηλίδες αλλά εμείς δεν τα προσέχαμε. Όσο περνούσαν τα χρόνια μεστώναμε όπως το παλιό καλό κρασί. Κοιμόμαστε μαζί σαράντα τρία χρόνια και ήταν σαν το ένα σώμα να είχε χαθεί μέσα στο άλλο σώμα. Δε χρειαζόταν να βλέπουμε, γνωρίζαμε απ’ τη μυρωδιά την παρουσία του άλλου, αγγιζόμασταν σαν δυο τυφλοί που ξέρουν τα μονοπάτια του σώματος και της καρδιάς. 

Απόσπασμα από το βιβλίο «Ηλέκτρα το δάκρυ της Αφρικής.» εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ


Την κοιτάω που είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου, με τα καστανά μαλλιά της να απλώνονται στο μαξιλάρι μου και το γαλάζιο βλέμμα της πάνω μου και συνειδητοποιώ πως θα έκανα τα πάντα για εκείνη. Συνειδητοποιώ πως θέλω αυτή η εικόνα να είναι η τελευταία πριν κοιμηθώ και η πρώτη όταν ξυπνάω, κάθε ημέρα. Συνειδητοποιώ πως δεν είμαι απλά ερωτευμένος μαζί της, γιατί ο έρωτας δε σε κάνει να νιώθεις αυτή τη μονιμότητα που νιώθω μαζί της. Πως είμαστε δεμένοι μεταξύ μας, πως είμαστε μαζί γιατί απλούστατα έτσι έπρεπε από πάντα να είναι. Όπως της είχα πει, όλες οι άλλες θα ήταν απλά λάθος. 

Λόγκαν – Έλι: Πριν το Ξημέρωμα (Manhattan #3)

 
«Κι όμως, σ’ αγάπησα, κι ας μην το ένιωσες ποτές σου…» της είπε. Θύμωσε μαζί του. «Δεν ξέρεις τότε ν’ αγαπάς. Δε σε κακιώνω. Μάθε το, όμως… Η αγάπη είναι μάχη, κι εσύ λιποτάκτησες…» Την έσυρε κοντά του. Έβαλε τη ζεστή του παλάμη πίσω στο κεφάλι της, τύλιξε τον σβέρκο, τον έφερε δίπλα του. Ψηλάφισε το πρόσωπό της με το βλέμμα του σπιθαμή προς σπιθαμή… Τα μάτια της μόνο είχαν μείνει ατόφια στον χρόνο, όπως τα ήξερε, ίσως με λίγες χαρακιές πόνου ολόγυρα, μα ίδια με κείνης της παιδούλας που ερωτεύτηκε τότες. Τη φίλησε στα μάτια, θάλασσες του φάνηκαν, ένιωσε την αλμύρα τους, καθώς υγρό αλάτι έσταζαν, κι έπειτα έσμιξαν τα χείλη τους, εκεί, δίπλα στο αναμμένο καμίνι, να στάζει το ’να μέσα στ’ άλλο, λιωμένο μολύβι, όπως λιώνει κι εκείνο, και χύνεται κι απλώνει παραδομένο στην κάψα της φωτιάς. «Δεν κολλάει…» του είπε, «ράγισε μια, έσπασε για πάντα», πήρε την τσακισμένη αξίνα στην αγκαλιά της σαν μωρό, και χάθηκε στο βάθος του σκοτεινού πια υπογείου, μόνο κράτησε στο στόμα της τη γεύση της ελιάς, τη γεύση των χειλιών του…  

Απόσπασμά από : "Σμύρνη. Κυνήγι Μαγισσών"εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ


Κάποιοι λένε πως ο έρωτας είναι ένα ανθισμένο λουλούδι και η αγάπη το μέλι που στάζει από την ψυχή του. Κάποιοι άλλοι πως είναι μύθος και κάποιοι προσδιορίζουν αυτές τις δυο σπουδαίες έννοιες με μια και μοναδική λέξη, τη λέξη: ΖΩΗ. Για τους συγγραφείς, πάλι, η αγάπη και ο έρωτας είναι μια ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης. Αφιερώνουν χιλιάδες λέξεις για να κλείσουν τη μαγεία τους μέσα σ’ ένα βιβλίο. Μέσα σ΄ έναν τίτλο!
Για μένα ο έρωτας ήταν πάντα ένα ταξίδι στη θάλασσα, που ξεκινά με απανεμιά και μπορεί να τσακιστεί στα φουρτουνιασμένα κύματά της. Αν καταφέρεις να κρατηθείς και να ισορροπήσεις όταν θα σε χτυπούν, τότε θα χαρείς όσο ποτέ την πρώτη ηλιαχτίδα που θα δεις στον ορίζοντα. Αν και ο άλλος κοιτάει την ίδια χρυσή ηλιαχτίδα μ’ εσένα, τότε έχεις κερδίσει και τη ΖΩΗ και την ΑΓΑΠΗ. Γιατί πάντα την φουρτούνα διαδέχεται η νηνεμία. Η γαλήνη …!


ΕΡΩΤΑΣ…………………………………...................ΑΓΑΠΗ
Ο έρωτας λέει:……………………………..........Η αγάπη λέει:
Θέλω να είμαστε συνέχεια μαζί……………Είσαι καλά εκεί που είσαι; 
Είσαι το άλλο μου μισό………………………Θέλω να σε γνωρίσω.
Σε ονειρευόμουν ότι θα έρθεις…………Σε αναγνώρισα, μόλις σε είδα. 
Μου λείπεις και δεν μπορώ μακριά σου.....Μου λείπεις, εύχομαι να είσαι καλά.
Κοίτα το φεγγάρι……………………………...Κοιτάζω την ψυχή σου. 
Πάμε να πετάξουμε μαζί…Σε διευκολύνω να ανοίξεις τα φτερά σου. 
Είσαι δικός/δική μου…………Είμαι πλάι σου και σου κρατώ το χέρι. 
Θέλω να ολοκληρωθούμε…………………Θέλω να αναπτύσσεσαι.
 Σε αγαπώ που είσαι μαζί μου……………Σε αγαπώ επειδή υπάρχεις. 
Με αγαπάς;…………………………………………..Σε αγαπώ.


«Μ΄ αγαπάς λιγάκι;»
«Αμέ, πώς δεν σ΄ αγαπάω», είπε το παιδί αυθόρμητα. Και ανάμεσα από δύο βογκητά του έριξε κείνο το συφοριασμένο της
«γιατί».
«Τι «γιατί» καλέ, σ΄ αγαπάω γιατί είσαι… είσαι έτσι.»
«Πώς έτσι;» Κι έπαψε να βογκάει.
«Έτσι, όπως είσαι.»
«Κι αν δεν ήμουν έτσι, πάλι θα μ΄ αγαπούσες;»
«Ναι, μωρέ, τι με νοιάζει εμένα αν είσαι έτσι ή αλλιώς, αφού σου λέω σ΄ αγαπάω.» Κι όπως σκεφτόμουνα «κοίτα να δεις, που ξέρει κι άλλα λόγια να μιλάει η Κλοκλό», την άκουσα να τον ρωτάει με φωνή αχνή, ξεψυχισμένη.
«Πώς σε λένε;»
«Άγγελο με λένε»
«Άγγελος», επανέλαβε η Κλοκλό και η φωνή της γινόταν όλο και πιο αδύναμη. «Άγγελος… Θα το θυμάμαι πάντα, πως ένας Άγγελος μ΄ αγάπησε, γιατί είμαι έτσι… έτσι… κι ούτε που τον νοιάζει πώς…» Δυό κόμποι δάκρια θολώσανε τα μάτια της κι άπλωσε το βλέμμα της στον ουρανό. Ύστερα, έκανε το σταυρό της κι έγειρε τη ψυχούλα της στα χέρια του Θεού. Όσο περίμενα να έρθει το ασθενοφόρο να μαζέψει το ξέψυχο κουφάρι της, πέρασαν από το νου μου, ένας-ένας, όλοι όσοι μου είχανε διδάξει μέχρι τότε την αγάπη. Γονείς, δάσκαλοι, ιερείς, φιλόσοφοι, ποιητές, ψυχολόγοι και προφήτες κάθε λογής και πρόθεσης. Όλοι εκείνοι που μου άνοιξαν τη ψυχή τους για να μπω και όταν τόλμησα και μπήκα, με διαμέλισαν σε χιλιάδες κομματάκια. Ύστερα, ο καθένας όπως ήξερε, με συναρμολόγησε ξανά, για να μπορεί να μ΄ αγαπάει.
«Σ΄ αγαπάω αν με ακούς, σ΄ αγαπάω αν με πιστεύεις, αν ακολουθείς τα χνάρια των πολλών κι αν κάνεις ό,τι λέω. Θα σ΄ αγαπούσα περισσότερο αν έκανες αυτό, αν έδινες εκείνο, αν άλλαζες και αν γινόσουν έτσι...»


«Πόνο» με διέκοψε απότομα. «Μετράς την αγάπη με πόνο και κλάμα;»
«Οι μεγαλύτεροι έρωτες είναι πάντα γεμάτοι με αυτά τα χαρακτηριστικά».
«Δεν μπορώ να καταλάβω την αντίληψη των γυναικών περί μεγάλου έρωτα. Ένας μεγάλος έρωτας δεν θα έπρεπε να μετριέται με το πόσες φορές σε πλήγωσε ο άλλος, ή με το πόσες φορές έκλαψες για χάρη του. Ούτε με το πόσες φορές μέθυσες μέχρι τελικής πτώσης επειδή σε στεναχώρησε κάτι που είπε ή έκανε. Ένας μεγάλος έρωτας πρέπει να μετριέται με το πόσες φορές σε σήκωσε ο άλλος όταν έπεσες κι έφαγες τα μούτρα σου, με το πόσες φορές σ' έκανε να γελάσεις όταν ήθελες να κλάψεις μέχρι τελικής πτώσης. Από τις φορές που ενώ έβλεπες τον κόσμο σου να καταρρέει, εσύ ένιωθες ασφάλεια στην αγκαλιά του ανθρώπου σου. Έτσι πρέπει να μετριέται ο μεγάλος έρωτας, από την ευτυχία που σου χαρίζει, όχι το πόσο πόνο σου προκαλεί».

ΥΠΟ ΕΚΔΟΣΗ


Οι ανάσες του έβγαιναν κοφτές και γρήγορες απο το στόμα του, ενώ το χέρι του χάιδεψε το πρόσωπό μου σκουπίζοντας τρυφερά τα δάκρυα μου .
"Είσαι καλά?",  με ρώτησε κι εκείνη η τρυφερότητα που έβλεπα πάντα οταν με κοιτούσε, είχε επιστρέψει.
"Καλύτερα από ποτέ", αρκέστηκα σε αυτό, ενώ μέσα μου ούρλιαζαν όλα τα σ'αγαπώ, που ένιωθα για αυτόν.
Με κράτησε στην αγκαλιά του και με το στέρνο του για μαξιλάρι έκανα τον πιο όμορφο και ήσυχο ύπνο των τελευταίων μηνών.

Απόσπασμα από μια ιστορία που γράφω τώρα (Έρωτας μέσα απ'το φακό)


Περί Ερωτος
Ο Έρωτας εν αρχή πολύχρωμος, φιλόδοξος, ονειροπόλος, τρυπώνει σε χαρούμενα ροζ κουτάκια του μυαλού, έτσι αγνός και αθώος σαν σχολική εκδρομή! 
Και κάποτε ως φτερωτός θεός κατεβαίνει στην γη και δεν καταφέρνει πάντα να επιβιώσει, γιατί Οι Άνθρωποι κάνουμε Λάθη, δεν είμαστε αγνοί όπως τα παιδιά, κρατάμε φόβο Και οχυρρα στην ψυχή. 
Κάποιες φορές ο έρωτας απομυθοποιείται πριν καν προλάβει να θεοποιηθεί, Αγάπη γίνεται δίχως καν να διανύσει μια διαδρομή.
Αλλά η αγάπη αυτή δεν είναι πια ονειροπόλα, οι ροζ αποχρώσεις της αναμειγνύονται με χρώμα μαυρο, με χρωμα γκρι, ειναι ομως Γιηνη πια... 
Δεν εχει την αίγλη του χτες, δεν σε ολοκληρώνει οπως κάποτε. 
Ειναι απλα εδω, στο εδώ κ τώρα, γλυκόπικρη και ειναι Αυτή, απόλυτα απογυμνωμένη, στέκεται μπροστά σου πληγωμένη απο τα βέλη του χτες, παραδομενη στο άδοξο αυριο. 
Στέκεται μπροστά σου και δεν ζητάς πια να σου φέρει δώρα, γιατι στέρεψαν τα θέλω. 
Μενει ομως εκεί, Αγάπη ακόμα το όνομα της,παραμενει Αγαπη, χάδι στην ψυχη, ήρεμη και σταθερή. 
Δεν έχουν ολα happy ending, καποια ειναι never ending χωρίς να κάνουν το ταξίδι.


Όταν στην κοριτσίστικη καρδιά πέφτει το πρώτο βόλι του έρωτα:
“Την κοίταξε ανασηκώνοντας τα φρύδια και δεν ήταν ξεκάθαρο αν έδειχνε ειρωνεία ή επιδοκιμασία αυτή του η αντίδραση. Έτσι κι αλλιώς τα μάτια του ήταν σκοτεινά όπως και η έκφρασή του, δε μπορούσε να διαβάσει εύκολα το πρόσωπό του. Κι όμως, από εκείνο το πρόσωπο αναδινόταν μια θέρμη, σκεφτόταν άθελά της η κοπέλα. Ήταν περισσότερο η αίσθηση που της προκαλούσε παρά μια λογική σκέψη. Είχε σκούρα αδρά χαρακτηριστικά ενώ το όλο του παρουσιαστικό έτσι όπως καθόταν με το ένα πόδι λυγισμένο μπροστά στον χαμηλό σοφρά υπαινισσόταν άνθρωπο κλειστό, μοναχικό. Εκείνη όμως ένιωθε να τη διαπερνά ως τα βάθη της ψυχής της η εικόνα του. …
συναισθήματα που αφορούσαν τη φανερή πλευρά του εαυτού της. Η άλλη, η ανεξερεύνητη φύση της, ξάναβε με φλόγες που καίγανε όταν αντίκριζε δυο σκοτεινά μάτια, φερμένα μπροστά της από τη μοίρα τη διαβολική ή τη θεόσταλτη. Γιατί μπροστά σ’ εκείνο το βλέμμα, η Άννα προσκυνούσε με την ίδια ευλάβεια το Θεό και το διάβολο μαζί.”

Αποσπάσματα από το νέο βιβλίο μου που ετοιμάζεται αυτή τη στιγμή.

Dimitris Flamouris

Ο πιο επικίνδυνος μύθος της αγάπης: Άκου την καρδιά σου! 
 Υπάρχουν πολλοί μύθοι για την αγάπη αλλά ο πιο επικίνδυνος ίσως είναι: “Για να βρεις τον σύντροφό σου, ακολούθησε την καρδιά σου. Αυτή ξέρει. Θα σε οδηγήσει.” Αυτός είναι ίσως ο πιο επικίνδυνος μύθος για την «αγάπη». Η καρδιά μας είναι συνήθως ο πιο σίγουρος τρόπος για να πραγματοποιήσουμε μεγάλα λάθη στη ζωή μας. Όλοι όσοι έχουν βιώσει ερωτικές απογοητεύσεις το γνωρίζουν αυτό. Αυτό συμβαίνει διότι αυτό που ο καθένας καταλαβαίνει ως αγάπη είναι η κατάσταση την οποία βίωσε στην παιδική του ηλικία. Αυτή μπορεί να εμπεριέχει και κάποια μαρτύρια και δυσκολίες. Αυτά τα μαρτύρια και τις δυσκολίες θεωρεί η καρδιά μας ως αγάπη. Όταν γνωρίσουμε έναν πολύ «κανονικό» άνθρωπο ο οποίος πληρεί στη θεωρία όλα τα κριτήρια για έναν αξιοπρεπή σύντροφο, τότε είναι πολύ πιθανό να πούμε ότι: «Καλός είναι δε λέω. Αλλά, δεν έχουμε χημεία…» Στην ουσία λέμε ότι η καρδιά μου δεν αναγνωρίζει τα μαρτύρια και τις δυσκολίες που ξέρει σε αυτόν τον άνθρωπο. Δεν μπορεί να τον ερωτευτεί. Ερωτευόμαστε το οικείο. Δεν ερωτευόμαστε αυτό που θα μας κάνει ευτυχισμένους. Η γνώση είναι δύναμη. Χρησιμοποίησέ την όπως κρίνεις εσύ! 

 
 Ένας χρόνος πέρασε από τότε που αποφάσισαν να χωρίσουν ο Φοίβος με τη Λήδα. Το διαζύγιο χωρίς καθυστέρηση δρομολογήθηκε λοιπόν οριστικά. Ο Φοίβος στο μεταξύ, είχε αφοσιωθεί στη δουλειά του και κάποιους μήνες μετά που έλυσε ανέκκλητα το γάμο του με τη Λήδα και συνδέθηκε συναισθηματικά με την σχεδιάστριά του τη Μυριέλλα Κάραλη. Η σχέση τους έγινε σύντομα πολύ ουσιαστική και αποφάσισαν να παντρευτούν μόλις θα έβγαινε το διαζύγιο. Η Μυριέλλα, ήταν μια όμορφη γυναίκα που διέθετε μια καρδιά γεμάτη απέραντη αγάπη για τη ζωή αλλά και γι’ αυτούς που η καρδιά της είχε ξεχωρίσει. Τον Φοίβο τον ερωτεύτηκε από τη πρώτη στιγμή που τον συνάντησε. Αντίθετα ο Φοίβος, σ’ εκείνη τη φάση δεν είχε αισθήματα για εκείνη. Όμως μέσα του ένιωθε πως κάτι άγνωστο, απειλητικό ερχόταν, κάτι σαν το βουητό του ανέμου που με την όλο θυμό βοή του, προαναγγέλλει πως η ανεξέλεγκτη καταιγίδα όπου να ‘ναι ζυγώνει. Λίγο καιρό μετά, η καταιγίδα, δεν ήταν πια αίσθηση, αλλά κοσμοχαλασιά. Η καρδιά του που καιρό τώρα έμενε μαργωμένη και στείρα από αισθήματα, άνοιξε θαρρείς κι αύξανε και πλάταινε όταν κάτι έδεσε μέσα της θαμπό στην αρχή κι ακαθόριστο, που όμως σιγά, σιγά έγινε πιο συγκεκριμένο. Κι εκείνος, ξαφνικά, επιθύμησε σαν απ’ ανάγκη εσωτερική λες, να ξαναζήσει με ξυπνημένα τώρα τα αισθήματα τη μαγεία του έρωτα. Κι ο έρωτας, βρήκε τρόπο κάποια στιγμή κι εισχώρησε στην έρημη καρδιά του που, πια τον ένιωθε να λαμπαδιάζει εκεί μέσα, ώσπου τελικά, τον παρέσυρε στη σαρωτική του θύελλα. Κι αυτή τη φορά ο έρωτας, είχε άλλη υπόσταση. Γνώριζε ότι η κάθε αίσθηση έχει την αντίστοιχη απολαβή που της πρέπει και σαν γητευτής που εξ ορισμού ήταν, της την πρόσφερε απλόχερα! Αλλά και στη σχέση τους είχε προσδώσει ευλαβικά μια εξιδανικευμένη ένταση σαν αυτή που απορρέει από εκείνον κι από τα κύτταρά του όταν αποφασίζει να είναι ο τέλειος, ο απόλυτος έρωτας! Και με τη Λήδα είχαν ζήσει έντονα την ερωτική τους σχέση. Όμως με την Μυριέλλα όλα ήταν διαφορετικά, γιατί εκείνη, είχε πάντα την επίγνωση πως ο έρωτας ο ατόφιος που νιώθεις μέσα σου, βαφτίζει την ύπαρξη που εκείνος επέλεξε για σένα να ενώσεις μαζί της τη ζωή σου, ανεκτίμητη! Δεν αναλωνόταν αποκλειστικά με την κατάκτηση των ευκαιριών που θα μπορούσαν ως είθισται να της εξασφαλίσουν μια μεγάλη καριέρα. Η δική της κοσμοθεωρία όριζε πως ο έρωτας είναι ο σπόρος των πάντων, όπου με τη δυνατή του ρίζα, τα κάνει ν’ αναπτυχθούν με απόλυτη αρμονία μέσα μας και γύρω μας, αν και εφόσον τον κοιτάξουμε κατάματα με πίστη κι αφοσίωση. Με τον έρωτα και με την αγάπη πλουτίζεις, κερδίζεις ζωή, καρπώνεσαι δύναμη και γίνεσαι ικανός να κατακτήσεις τα πάντα! Η απόκτηση αγαθών, σαν μόνη επιδίωξη, δεν την αφορούσε. Δεν φορτωνόταν με άχρηστες αποσκευές που στόχο τους είχαν να της πνίξουν τον ωφέλιμο χώρο της ζωής της. Η δουλειά της εν αντιθέσει με τη Λήδα, δεν την κυρίευε μανιακά. Η μόνη προτεραιότητά της ήταν ο έρωτας που ένιωθε για το Φοίβο. Ήταν ετούτη η μυστική ουσία του κόσμου, όπου αυτή πραγματικά είναι που τον κάνει να φαίνεται πανέμορφος, υπέροχος, γεμάτος με χρώμα και μ’ εκείνο το μεθυστικό άρωμα της αιωνιότητας!

Ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο μου που επεξεργάζομαι αυτή το καιρό.


Κοίταξε γύρω του. Είχαν σταματήσει σ’ ένα μικρό παρκάκι, ήσυχο και μισοσκότεινο. Ήταν μόνοι τους. Πήρε το πρόσωπό της στα χέρια του. Και τη φίλησε. Ένιωσε τα χείλη της να καίνε, το σώμα της να τρέμει, την ανάσα της να κονταίνει. Την έσφιξε πάνω του. «Σ’ αγαπώ, Κλειώ μου», της ψιθύρισε. «Και μ’ αγαπάς κι εσύ, το ξέρω. Αλλά θέλω να σ’ ακούσω να το λες».
Η Κλειώ απομακρύνθηκε από την αγκαλιά του και τον κοίταξε παράξενα.
«Σ’ αγαπώ, είμαι ερωτευμένη μαζί σου, κι εδώ ακριβώς αρχίζει το πρόβλημα.»
«Το πρόβλημα; Ποιο πρόβλημα;»
«Το πρόβλημα, Μάνο», ανέβασε τον τόνο τη φωνής, «ξέρεις πολύ καλά τι εννοώ. Είμαστε ξαδέρφια, αδέρφια πες καλύτερα. Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα, δεν μπορούμε, δεν πρέπει να νιώθουμε έτσι. Δεν γίνεται, δεν το βλέπεις;»
Εκείνος χαμογέλασε, την έπιασε απαλά από το χέρι και την οδήγησε στο παγκάκι. Κάθισε δίπλα της, πάντα κρατώντας το χέρι της και πάντα χαμογελώντας αμίλητος.
«Δεν βλέπω πώς μπορείς να χαμογελάς με κάτι τόσο σοβαρό, κάτι που εμένα με τρελαίνει. Είναι αδιέξοδο, δεν θα ’χουμε πού να κρυφτούμε αν μαθευτεί, εμείς οι ίδιοι πρώτα-πρώτα δεν…»
Ένα δεύτερο φιλί, πιο τολμηρό και πιο παρατεταμένο από το πρώτο, της έκλεισε το στόμα. Η Κλειώ αφέθηκε στη μέθη της αίσθησης των χειλιών του πάνω στα δικά της, των χειλιών του που πάσχιζαν  λαίμαργα να σβήσουν την δίψα χρόνων γεμάτων λαχτάρα και προσμονή. Αφέθηκε - για  πολύ λίγο. Για να τον απομακρύνει αμέσως μαλακά και να τον κοιτάξει σοβαρά, μ’ εκείνα  τα διάφανα γαλάζια μάτια που λύγιζαν όλες του τις άμυνες.
«Δεν λύνεται έτσι το πρόβλημα, Μάνο μου», του είπε τρυφερά. «Με φιλιά και λόγια αγάπης. Εδώ έχουμε έναν γόρδιο δεσμό και κανένα σπαθί για να τον κόψουμε. Τι θα κάνουμε;

Απόσπασμα από το "Πάροδος Μουσών 9" εκδόσεις ΠΝΟΗ


Είναι ψέμα ότι ο έρωτας θέλει δύο. Στον έρωτα, είσαι μόνος σου. Μόνος σου αγωνίζεσαι, μόνος σου υποφέρεις, μόνος σου χάνεις τον ύπνο σου, μόνος σου παραδίνεσαι. Όταν υπάρχει το Μαζί, τότε είναι Αγάπη. 

Απόσπασμα από το βιβλίο Δυο μήνες μόνο.


Όταν της πρόσφερε το δαχτυλίδι που είχε αγοράσει, περίμενε να δει τη χαρά να απλώνεται στο πρόσωπό της, να το βάφει με τα ζωηρά της χρώματα. Αντί γι’ αυτό, όμως, τα μάτια της σκοτείνιασαν, βούρκωσαν. Τα δάκρυα που κύλησαν δεν ήταν δάκρυα χαράς, αλλά φόβου και απελπισίας. Ο Φίλιππος σάστισε. Δεν περίμενε τέτοια αντίδραση.
            «Τί συμβαίνει, αγάπη μου;» τη ρώτησε παίρνοντας τα χέρια της στα δικά του. «Νόμιζα πως… πως το ήθελες και εσύ…»
            Η Κλαίρη τον κοίταξε και το βλέμμα της ξεχείλιζε από πόνο.
            «Πρέπει να μιλήσουμε», του αποκρίθηκε, προσπαθώντας να ελέγξει τον πανικό που της προκαλούσε η εικόνα του Ρομπ που ξάφνου ζωντάνεψε μπροστά της. Πήρε μια βαθιά ανάσα, αναζητώντας δύναμη από τον αέρα που γέμισε τα πνευμόνια της και είπε όσο πιο ήρεμα μπορούσε: «Θέλω όσο τίποτε στον κόσμο να γίνω γυναίκα σου. Όμως… δεν μπορώ να σου προσφέρω κάτι που ξέρω ότι θα μου ζητήσεις… Φίλιππε… Εγώ…»
            Εκείνος της χάιδεψε τρυφερά το μάγουλο.
            «Μην πεις τίποτε», τη διέκοψε γλυκά. «Ξέρω».
            Η Κλαίρη τον κοίταξε με την απορία ζωγραφισμένη στα μάτια της.
            «Θέλεις να μου πεις ότι δεν μπορείς να κάνεις παιδιά. Σωστά;»
            Εκείνη κούνησε το κεφάλι της καταφατικά, αδυνατώντας να καταλάβει τί συνέβαινε. Ο άνδρας της χαμογέλασε και την πήρε στην αγκαλιά του.
            «Ο αδελφός σου μου το είχε πει. Τον είχα ρωτήσει κάποτε γιατί δεν είχες σχέσεις με τον πατέρα σου κι εκείνος μου είχε διηγηθεί την ιστορία με την επίθεση που δεχθήκατε η μητέρα σου και εσύ στη Φλόριντα. Το ξέρω, Κλαίρη, και δεν με νοιάζει. Εγώ μαζί σου θέλω να ζήσω, μαζί σου λαχταράω να περνάω την κάθε μου `μέρα. Το καταλαβαίνεις αυτό;»
«Κι αν κάποτε το μετανιώσεις; Μπορεί κάποια `μέρα να μου πεις… ότι… ότι…»
Δεν μπόρεσε να συνεχίσει, γιατί οι λυγμοί που ανέβαιναν από το στήθος της την έπνιγαν. Ο Φίλιππος της έπιασε το πιγούνι και την ανάγκασε να σηκώσει το πρόσωπό της και να τον κοιτάξει.
«Άκουσέ με, κορίτσι μου, και προσπάθησε να συνειδητοποιήσεις αυτό που θα σου πω. Μια γυναίκα δεν ολοκληρώνεται όταν γίνεται μάνα. Δηλαδή, όλες οι γυναίκες που δεν μπορούν να κάνουν παιδί είναι μισές; Κουβαλάς τόσα χρόνια αυτό το βάρος στην ψυχή σου, επειδή βρέθηκε ένας ηλίθιος να σου το φορτώσει! Ναι, ξέρω και για τον παρ’ ολίγον σύζυγό σου… συγχώρησέ με, αλλά δεν συγκράτησα το όνομά του. Η μητέρα σου το είχε πει στον Κωστή σε κάποια συζήτησή τους, όταν κατηγορούσε τον πατέρα σας για την επίθεση και για τις συνέπειες που αυτή είχε στη ζωή σας και ειδικά στη δική σου. Ο τύπος απλώς δεν σε αγαπούσε. Γι’ αυτό έφυγε. Και, να σου πω την αλήθεια; Καλά έκανε! Αν σε είχα παντρευτεί, δεν θα είχα εγώ την ευκαιρία να γίνω ευτυχισμένος. Γιατί, αυτό θα είμαι μαζί σου. Μόνο αυτό! Αν θέλουμε μεγάλη οικογένεια, μπορούμε να την αποκτήσουμε. Υπάρχουν πολλά παιδιά που περιμένουν κάποιον να τα αγκαλιάσει. Παιδιά που οι μητέρες τους, αυτές που μπορούσαν να τεκνοποιήσουν, αυτές που ολοκληρώθηκαν σαν γυναίκες κατά τη δική σου κρίση, τα παράτησαν στον δρόμο ή σε κάποιο ίδρυμα. Και άλλωστε… έχουμε ήδη ένα παιδί, τον Αλέξανδρο. Αν θέλουμε κι άλλο, μπορούμε πάντα να υιοθετήσουμε».
            Η κοπέλα τον άκουγε κουρνιασμένη επάνω στο στήθος του και νόμιζε πως ονειρεύεται. Τα λόγια του τη χάιδευαν, έδιωχναν τον φόβο που είχε φωλιάσει στην ψυχή της. Ο Κωστής του είχε μιλήσει… Αχ, βρε Κωστή! σκέφθηκε. Να ήξερες μόνο τί είναι αυτό για μένα!

Απόσπασμα από το βιβλιο "Ποιος σκότωσε την Ιφιγένεια» εκδόσεις ΩΚΕΑΝΟΣ


Στη συνέχεια προχώρησαν στο νησί που ήταν γεμάτο από δέντρα, πανύψηλα και σκιερά. Κάθισαν κάτω από μια λεύκα με θέα τα γαλανά νερά και αντάλλαξαν το πρώτο τους φιλί. Ένα αργόσυρτο μελτέμι τους ταξίδευε και μια υπέροχη διάθεση τους νανούριζε. Τότε της είπε ο Άκης με φλογερό βλέμμα: «Αν με περιμένεις να γίνω σπουδαίος, θα έρθω μια μέρα να σε πάρω, σ’ το υπόσχομαι». «Θα σε περίμενα δυο ζωές αν χρειαζόταν, Άκη μου» του είπε εκείνη που δεν ήξερε από καημούς κι αναμονές. Οι ηλιαχτίδες χτύπησαν τα πρόσωπά τους τρυπώνοντας μέσα από τις φυλλωσιές και τα λεπτά κλαδιά του άλσους. Η βαρκούλα τους συνέχισε ν’ αρμενίζει σε υποσχόμενα ερωτικά ταξίδια, ενώ ο αφρός της θάλασσας έσκαγε με νάζι πάνω στις ακανόνιστες πέτρες της ακροθαλασσιάς. Τα στοιχειά της θάλασσας κρύφτηκαν καθώς η Κλωθώ έπλεκε κρυφά το κουβάρι της. Το ζευγάρι βρισκόταν σε πλήρη έκσταση. Η λαχτάρα τους κι ο ενθουσιασμός έκαναν το ερωτικό τους ταξίδι σύντομο, αλλά γεμάτο πάθος. Ευτυχισμένοι, με μάρτυρες τον ήλιο και τη θάλασσα, γεύτηκαν τις πρώτες στάλες του έρωτά τους κι ονειρεύονταν αγκαλιασμένοι το μέλλον.

Απόσπασμα από το βιβλίο «ΒΑΣΙΛΙΑΣ Ή ΣΚΥΛΟΣ» εκδόσεις ΠΝΟΗ


Εκείνη του έκλισε απαλά το στόμα. Ήταν σαν να του έλεγε, ότι το παρελθόν είναι παρελθόν και ότι τίποτε δεν μπορεί να το αλλάξει. Τον αγκάλιασε ακόμα περισσότερο κι άφησε το κεφάλι της να γύρει στο στήθος τους. Την ίδια ώρα η ματιά της ρίχτηκε κάτω από τον ψηλό κι απότομο βράχο μαζί με την καρδία της κι αφέθηκε να πέφτει χαλαρά προς τη γαλάζια θάλασσα. Και τότε ήταν που σαν να της φάνηκε ότι κάπου εκεί είδε έναν άγγελο να πετά ψηλά και σε μια στιγμή να στέκεται εκεί μπροστά της κρατώντας στα χέρια του την ίδια της την καρδιά. Θαρρούσε μάλιστα ότι εκείνος είχε και γαλάζια φτερά στην πλάτη του, τα γαλάζια φτερά του έρωτά τους. Για μια στιγμή εκείνος στάθηκε απέναντί της και της χαμογελούσε. Η Κατερίνα του ανταπέδωσε το χαμόγελο. Δεν θα σε ξεχάσω ποτέ… καλό ταξίδι να έχεις, καλέ μου, του ευχήθηκε με τη σκέψη της. Τότε ο άγγελος της αγάπης και του έρωτα άνοιξε τα όμορφα αέρινα φτερά του, πέταξε μακριά της και χάθηκε στον γαλάζιο ουρανό.

Απόσπασμα από το βιβλίο μου, ΤΑ ΓΑΛΑΖΙΑ ΦΤΕΡΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ, εκδ. ΨΥΧΟΓΙΟΣ


Έρωτας το σώμα σου, η ψυχή σου και το σώμα μου, η ψυχή μου. Όταν οι αντωνυμίες συμφωνούν στην ανταλλαγή αιχμαλώτων. Είμ’ εδώ! Να λες, για σένα! Προκυμαία, στον ωκεανό της νύχτας Εξώφυλλο των ανέμων σου Έρημος αβάπτιστη, κι ο κόκκος σου μου δίνει τ’ όνομα Κλωστή απ’ την κορυφή του Ολύμπου ως την αιχμή των πυραμίδων, απάνω μου να περπατήσεις. Είμ’ εδώ! Αγιασμός και ομπρέλα των δακρύων Λάλημα εφτά πουλιών Ξερολιθιά, στο ξεδιάλεμα της γης σου Σκαλωσιά, λαιμός και ώμος ν’ ανεβαίνεις κι όπου χρεμετίζει η άνοιξη να τρέχεις.

(Γιάννης Καλπούζος, απόσπασμα από το Ποίηση 2000-2017)


΄΄ <πώς θεριεύει η φωτιά, άμα της ρίξεις λάδι; Έτσι θέριεψε κι ο έρωτας τους. Μια ματιά ήταν αρκετή
για να πυρποληθούν τα σώματα,τα λογικά μα πιότερο οι καρδιές τους. Δεν λογάριαζαν τίποτε, το μόνο που τους ένοιαζε ήταν να ανταμωθούν και να ακουμπήσει ο ένας τον άλλον. Να ενώσουν τις ανάσες τους και να αναπνεύσουν τον ίδιο αγέρα. Η εκπνοή του ενός να γίνει εισπνοή του άλλου. 

Αποσπασμα «Όταν το φεγγάρι έκλεισε τα μάτια»


Τώρα στεκόμασταν ο ένας λίγα εκατοστά από τον άλλο. Μου ήρθε να βάλω τα γέλια και θα το είχα κάνει αν η καρδιά μου δε χτυπούσε σαν ωρολογιακή βόμβα στο λαιμό μου.
 Με πλησίασε λίγο χωρίς να με αφήνει από τα μάτια του.
«Ντέιβιντ, αυτό είναι γελοίο».
Το χαμόγελό του ήταν σαρδόνιο, κακό, σαρκοφάγο. Πλησίασε κι άλλο. Η ανάσα του μου έκαιγε τα μάγουλα. Επιστράτευσα όλες μου τις δυνάμεις να μείνω ακίνητη αλλά, ασυναίσθητα σχεδόν, έκανα ένα βήμα πίσω. Mε άρπαξε από τη μέση, με τράβηξε πάνω του και πριν προλάβω να σκεφτώ «Θα με φιλήσει!» με φίλησε.
Στην αρχή ήταν σαν το ξάφνιασμα του δροσερού νερού όταν βουτάς για πρώτη φορά μια καυτή μέρα στα τέλη του Μάη και αμέσως σχεδόν σαν τη γλυκιά αποδοχή καθώς το σώμα υιοθετεί τη θερμοκρασία της θάλασσας. Ύστερα έμοιαζε με τη θέρμη που νοιώθεις όταν πίνεις μονορούφι ένα ποτήρι κρασί και μετά κλείνεις τα μάτια και γλείφεις τα χείλη σου για ν΄ απολαύσεις στο έπακρο τη γεύση. Κι έγινε ξανά και ξανά.
Όταν με άφησε ν΄ ανασάνω τα είχα χαμένα. Άνοιξα τα μάτια και αντίκρισα τα δικά του. Τα πρόσωπά μας ήταν στο ίδιο επίπεδο, πράγμα που σήμαινε ότι τα πόδια μου δεν πατούσαν στο έδαφος και γι΄ αυτό με κρατούσε τόσο σφιχτά. Ήμασταν αγκαλιασμένοι. Εγώ και ο Ντέιβιντ Σταμόπουλος. Και χαμογελούσε. Και ήταν κολλητικό. Και τα χείλη μου έκαιγαν.

Απόσπασμα από το πρώτο μου βιβλίο «Ταξιδάκι Αναψυχής»


"ΟΙ ΚΥΚΝΟΙ ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ"

"Σ' αγαπώ".
"Είναι υπέροχο αυτό που είπες". Τα μάτια της είχαν βουρκώσει.
"Εγώ δεσμεύομαι να σε κάνω ευτυχισμένη. Εσύ;" δήλωσε με βαριά φωνή και ύφος σοβαρό.
"Κι εγώ δεσμεύομαι να σε κάνω ευτυχισμένο".
"Ανυπομονώ να κάνουμε οικογένεια! Θέλω πολλά παιδιά".
Η Πολίνα ένιωσε μια ανατριχίλα σ' όλο της το κορμί. Εκείνη η στιγμή είχε αποκτήσει κάτι ιερό και αληθινό που θα σφράγιζε όλη της τη ζωή από εδώ και πέρα. Ένα κύμα ευγνωμοσύνης πλημμύρισε την ψυχή της. Μπορεί έξω ο ουρανός να ήταν μολυβένιος από τα βαριά σύννεφα, μέσα της όμως φυσούσε ένα ανάλαφρο αεράκι κι ο ήλιος, ύστερα από πολύ καιρό, έλαμπε επιτέλους θριαμβευτικά στον καταγάλανο ουρανό. Όλα ήταν όμορφα και φωτεινά, έτοιμα να πάρουν μέρος στην αιώνια γιορτή της ζωής που λέγεται έρωτας.
Ο Στέργιος κράτησε το κεφάλι της ανάμεσα στις παλάμες του και της έδωσε ένα απαλό φιλί στο στόμα.
"Ψυχή μου", ψιθύρισε και τη φίλησε με πάθος.
 Ούτε κι εκείνος μπορούσε να πιστέψει ότι την είχε φιλήσει έτσι, όπως ακριβώς ήθελε κι ονειρευόταν τις νύχτες. Και τώρα, την κρατούσε στην αγκαλιά του και γευόταν τα χείλη της.
Ξαφνικά, άρχισαν να κελαϊηδούν αηδόνια και να πετούν γύρω τους πολύχρωμες πεταλούδες και παραδείσια πουλιά ενώ μια εξαίσια, γλυκιά μουσική έφτανε σ' αυτιά τους σαν θεϊκή μελωδία...
Αντάλλαξαν όρθιοι κάμποσα φιλιά κι ύστερα ο Στέργιος έκανε απότομα πίσω, σαν να είχε σκεφτεί κάτι. "Θύμησέ μου πού είναι η σπιτονοικοκυρά σου;" ρώτησε.
"Έχει πάει στην κόρη της και θα γυρίσει μεθαύριο".
Τα μάτια του έλαμψαν.
Ξανάρχισαν να φιλιούνται με το ίδιο, αχόργαγο πάθος. Τα χέρια του γλίστρησαν πάνω στο στήθος της και μετά τρύπωσαν μέσα από το πουλόβερ κι ανέβηκαν πάλι. Η Πολίνα ένιωσε το σώμα της να παίρνει φωτιά όπου την άγγιζε κι από τα χείλη της βγήκε μια μικρή ηδονική κραυγή. Και τότε, τον έπιασε από το χέρι και τον τράβηξε προς το δωμάτιό της.
Μπήκαν μέσα, έκλεισαν πίσω τους την πόρτα κι έπεσαν στο κρεβάτι. Έκαναν έρωτα με πάθος, φλόγα κι ορμή. Τα φιλιά του είχαν το άρωμα και τη γλύκα του μελιού και το δυνατό, μυώδες κορμί του που σάλευε από πάνω της σκορπούσε ηδονικά ρίγη μέχρι στο τελευταίο της κύτταρο και της έκοβε την ανάσα.
Κάποια στιγμή, σταμάτησε να τη φιλάει, ανασήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε με μάτια που έλαμπαν.
"Σ' αγαπώ... Σ' αγαπώ πολύ και θέλω να γίνεις η γυναίκα μου, η σύντροφος της ζωής μου, η μάνα των παιδιών μου", είπε με βραχνή φωνή και, πριν εκείνη προλάβει να πει κάτι, σφράγισε τα χείλη της με άλλο ένα βαθύ φιλί. 


Την επόμενη Τετάρτη ήταν εκεί. Λίγο μετά τις εφτά, πιστή στο ραντεβού της. Δεν πήγε αμέσως κοντά του. Περιπλάνηθηκε για λίγο στην αίθουσα, αφιέρωσε την προσοχή της -ή προσπάθησε τουλάχιστον, στα υπόλοιπα εκθέματα και όταν είδε τη "θέση" της στο παγκάκι να αδειάζει, τον πλησίασε. Η καρδιά της έχασε ένα χτύπο. Κάθισε και κάρφωσε το βλέμμα της πάνω του. Τα σώματα αντανακλούσαν ένα σάρκινο φως. Ήταν οι προβολείς; Ήταν τα μάτια της; Ο πίνακας της μιλούσε. Σε μια γλώσσα, οι λέξεις της οποίας στόχευαν χωρίς καμιά παρέμβαση, στο κέντρο της καρδιάς της. Αφέθηκε στην υπόγεια συνομιλία τους. Το ρίγος των κορμιών την διέτρεξε εμφατικά. Η απελπισία του ζωγράφου που κρατούσε στα χέρια του, ό,τι αγαπούσε περισσότερο, γνωρίζοντας πως θα το χάσει και θα χαθεί, ήταν εκεί, ζωντανή παρουσία και απουσία ταυτόχρονα, μέσα από τις γρήγορες και τέλειες μολυβιές. Οι ψίθυροι των επισκεπτών δίπλα της, την έσβηναν κάποιες στιγμές, για να επιστρέψει αμέσως μετά σε όλη της τη απογυμνωμένη μεγαλοπρέπεια. Ένα ξέσπασμα σπαραχτικό και διεγερτικό ισορροπούσε με δεξιοτεχνία στα σύνορα ερωτισμού και θανάτου. Οι δήθεν ακέραιες φιγούρες βεβήλωναν αριστοτεχνικά την κοινά αποδεκτή ιδέα της ομορφιάς. Χάθηκε στην σκληρή τους εσωτερικότητα. Τι ήταν ο έρωτας λοιπόν αν όχι μια ποθητή απώλεια του εαυτού σου; Μια βαθιά υπόκλιση του εγώ στο εμείς; Μια τρομερή ένταση που αψηφά τους κανόνες και τα κλισέ; Ερωτεύεσαι μέχρι θανάτου για να ζήσεις. Τι οξύμωρη σκέψη. Οι κατακερματισμένες μορφές απέναντί της μετατοπίστηκαν στα όρια τους, επιβεβαιώνοντας τους συλλογισμούς της. Ο παλμός της μοίρας τους την υπνώτισε, την ταξίδεψε σχεδόν έναν ολόκληρο χρόνο πριν, στην πρώτη της επαφή με το έργο. Τα μάτια της διαστέλλονται και το αντικρίζει όπως τότε. Με έκπληξη και νοσταλγία. Σε μια άλλη αίθουσα. Σε μια άλλη πόλη. Σε μια άλλη διάσταση

Απόσπασμα από το βιβλίο ΡΑΝΤΕΒΟΥ
 
Μπήκα στην κρεβατοκάμαρα κι άνοιξα διάπλατα το παράθυρο ν’ αγκαλιάσει φως το δωμάτιο, άλλαξα τα σεντόνια, τα ράντισα με μια δροσερή κολόνια κι έκοψα λίγα μπουμπούκια τριαντάφυλλα για το κομοδίνο του.
Και την ώρα που τακτοποιούσα τα κατακόκκινα λουλούδια στο προπολεμικό μου ανθοδοχείο, με πλησίασε απέξω σιωπηλά, κοιταχτήκαμε στα μάτια, τα χέρια του συνέχισαν να παιδεύουν αμήχανα δυο μακριά κλαδάκια στάρι, ώσπου βρήκε τις λέξεις που ήθελα ν’ ακούσω:
– Θέλω να σε φιλήσω, μου είπε.
Κι εγώ είπα:
– Ναι.
Τράβηξα την κουρτίνα να σκεπάσει τη στιγμή. Το λεπτό ύφασμα χόρεψε ήρεμο στην απαλή μουσική του ανέμου κι εγώ περπάτησα ως το κρεβάτι μ’ έναν ελαφρύ ίλιγγο στα μάτια, μια προσωρινή απώλεια του χρόνου και του τόπου. Το φαρδύ μου φόρεμα χύθηκε με μια κίνηση στο πάτωμα. Ολότελα γυμνή από ντροπή, ξάπλωσα στο αριστερό πλάι του κρεβατιού, ακούγοντας μόνο τον δυνατό σφυγμό μου.
Η πόρτα έτριξε δειλά, μπήκε στο δωμάτιο, ύστερα έγινε παύση. Ξεκούμπωσε τα κουμπιά από το πουκάμισό του, μετά πλησίασε αργά, ξάπλωσε τα πόδια του στο κρεβάτι, στη δεξιά μεριά αυτός, τα παπούτσια του πέσανε ένα ένα στο πάτωμα μ’ ένα μικρό αγκομαχητό, άπλωσε το χέρι και τα υγρά του δάχτυλα τρέξανε με αγάπη τη μεγάλη καμπυλωτή γραμμή του κορμιού μου, φτάσανε ως τις γάμπες μου, αισθάνθηκα έτοιμη, αισθάνθηκα παραδομένη. Τον παρακολούθησα εκστασιασμένη –σαν σε όνειρο– να βγάζει αργά αργά το τζιν του. Ύστερα σύρθηκε πάνω μου χωρίς καθυστέρηση κι εγώ αφέθηκα συνωμοτικά στη θέρμη του δυνατού κορμιού του, ελεύθερη και διψασμένη, χωρίς τύψεις, σαν να ήτανε ο άντρας μου, σαν να ’μουνα η γυναίκα του. Από πάντα.
Κι η δυνατότερη στιγμή του έρωτα, αυτή που σβήνει τελευταία πάντα από τις θολές μνήμες των ανθρώπων, με προίκισε με τον αιώνιο ήχο δυο στιγμιαίων λυγμών πίκρας και μοναξιάς. Θυμάμαι. Ναι. Τα πόδια μου αγκάλιαζαν ακόμα το σώμα του αγαπημένου, τα μάτια μου όμως έκλεβαν για πάντα εκείνη την τρυφερή έκφραση πόνου στα χείλη του. Κι όταν ανάσανε βαθιά κι έπεσε χαλαρός πάνω μου και βαρύς σαν σίδερο, εγώ έσμιξα τα χέρια μου σφιχτά γύρω από την ιδρωμένη πλάτη του και του ψιθύρισα:
– Μη φοβάσαι τώρα, να μ’ αγαπάς μονάχα.
Κι εκείνος τότε είπε:
– Ναι.

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Γιάννη Φιλιππίδη «Η μυρωδιά σου στα σεντόνια μου» Άνεμος εκδοτική  


«Θέλω να λιώσω μέσα στο σώμα σου» μου είπες κι εγώ δεν είχα πια ενδοιασμούς, δεν υπήρχαν «πρέπει» και «μη», δεν υπήρχαν άλλες αντιστάσεις. Σε αγκάλιασα και γείραμε πάνω στο κίτρινο μαντίλι που είχε πέσει στην άμμο. Το βάρος του σώματός σου ακόμη το νιώθω να με πιέζει και να με συνθλίβει με το πάθος που ξεχείλιζε από κάθε κύτταρό σου. Το ταξίδι του έρωτα είχε αρχίσει και δεν υπήρχε επιστροφή. Ήταν ένα ταξίδι μόνο για δύο, για μας τους δυο. Δεν υπήρχε τίποτε άλλο στο σύμπαν εκείνη τη στιγμή. Οι ανάσες μας άρχισαν να γίνονται πιο γρήγορες, ζητούσαν επιτακτικά τη λύτρωση. Μου ψιθύριζες συνεχώς λόγια αγάπης, με γέμιζες υποσχέσεις ότι θα είσαι για πάντα δίπλα μου, ότι τίποτε δεν θα είναι ικανό να μας χωρίσει, ότι μόνο μαζί θα πορευόμαστε στο μετά… 
 
Απόσπασμα από το βιβλίο "Ασημένια μάτια " εκδόσεις ΠΝΟΗ 


«Σου είπε κανείς πόσο ονειρεμένη είσαι»;
Εκείνη χαμογέλασε αμήχανα. Την έσφιξε κι άλλο κι άρχισε να τη φιλάει. Κι ήρθε και δεύτερο, και τρίτο φιλί, κι έγιναν αμέτρητα όπως τα αστέρια, κι έγιναν πυγολαμπίδες που τους έκαναν να ακτινοβολούν, κι έγιναν ουρανός και θάλασσα και ποτάμια που κυλούσαν με τρομερή ταχύτητα.
Κι ύστερα, όπως την κρατούσε αγκαλιά, την σήκωσε ελαφρά και την πέταξε στο κρεβάτι. Τα ρούχα βγήκαν αστραπιαία, κι εκείνη, επειδή ντρεπόταν, χώθηκε κάτω από τα σκεπάσματα.
Κι ύστερα ήρθαν ξανά τα ποτάμια, οι θάλασσες, όλα τα υγρά στοιχεία της φύσης, μια καταιγίδα έρωτα που άστραφτε και βροντούσε και δεν έλεγε να κοπάσει, που γέμιζε την πλάση τους και τους έκανε να αγαλλιάζουν και να πλημμυρίζουν από συναισθήματα.
Την ήθελε ξανά και ξανά και πάλι από την αρχή, δίχως να σταματάει να της ψιθυρίζει ότι είναι ονειρεμένη, ότι είναι ο ίδιος ο παράδεισος.
Της έφυγαν δάκρυα από την ένταση αλλά και τη χαρά, αφού αυτός ο άντρας που την ανέβαζε στον ουρανό με ένα άγγιγμα, την κοιτούσε στα μάτια, με τα δικά του να της λένε όλη την αλήθεια του.
Κι όταν η ένταση καταλάγιασε, όταν τα ξέπνοα σώματα έμειναν ασάλευτα, η Έλενα τον πήρε αγκαλιά τραβώντας το σκέπασμα ως το λαιμό.
«Δεν θέλω να σβήσει αυτό το όνειρο… Και δεν θέλω να είναι μια φωτοβολίδα που έλαμψε και θα χαθεί… Δεν θέλω να σκεφτώ ότι απλώς ονειρεύτηκα…»
«Να συνεχίσεις να ονειρεύεσαι… Μωρό μου…»
Πρώτη φορά την έλεγε έτσι κι ήταν από τις φορές που το εννοούσε απόλυτα, λέξη σπρωγμένη από τα εσώψυχά του.
«Και θέλω να είμαι κομμάτι του ονείρου σου Έλενα, γεμάτο και ζωντανό…»
Εκείνη, παρότι ήταν μέρος της ονειρικής καταιγίδας, ούτε που κατάλαβε πώς έγιναν τόσα πολλά μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Βρήκε την απάντηση μέσα της.
«Κι η αμυγδαλιά ανθίζει ξαφνικά, σαν έτοιμη από καιρό…», σκέφτηκε, αλλά το κράτησε για τον εαυτό της.
«Σ’ ευχαριστώ που είσαι τόσο στοργικός και γλυκός, που με έκανες να νιώσω υπέροχα, σαν να σε ήξερα από καιρό Νικήτα…»
«Συγγνώμη που σε παρέσυρα, δεν…»
«Ναι, παρέσυρες την άπορη κορασίδα!», του είπε γελώντας…. 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΣΥΜΒΟΛΩΝ» εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ

 
Όταν κατάλαβε πως τον είχε παρηγορήσει αρκετά με λόγια, ότι τον είχε κατακτήσει απόλυτα με την μεγαλοσύνη σκέψης και πράξης, αποφάσισε να τον βάλει στο κρεβάτι της. Όχι σαν πελάτη κι όχι σαν έμπειρη γυναίκα, μόνον σαν ερωτευμένο κορίτσι που δίνεται ολόψυχα σ’ αυτόν που αγαπά. Πήγε στο διπλανό δωμάτιο, στάθηκε όρθια μέσα στην σκάφη, ρίχνοντας νερό πάνω της με μια μεγάλη κανάτα, τρίβοντας το κεφάλι και το κορμί, χαϊδεύοντάς το μ’ ένα σαπουνισμένο πανί, ακριβώς όπως θα έκανε μία έφηβη. Χαμογελούσε για το τροφαντό σώμα, τα ροδαλά μάγουλα και την μακριά ξανθιά κώμη που κολλούσε στο πρόσωπο και σημάδευε τις σκληρές σκουρόχρωμες θηλές.  Πέρασε το σαπούνι στις πλάτες, κατέβηκε έως κάτω στα τροφαντά οπίσθια κλείνοντας τα μάτια σ’ ένα γλυκό όνειρο. Σκουπίστηκε με μια μεγάλη μαντήλα για να μείνει υγρό το κορμί, έβαλε ροδόνερο, τυλίχτηκε με τα λουλούδια της ίδιας μαντήλας διαγράφοντας τις καμπύλες κι άνοιξε την πόρτα. Περπάτησε με προκλητική χάρη νεράιδας, στητή, στο ρυθμό μυστικής μουσικής που πήγαζε απ’ τον νου. Τον κοίταξε με μισόκλειστα μάτια και εκείνος νιώθοντας τα τύμπανα του αντρικού συναγερμού, αφέθηκε στις περιποιήσεις της. Ο πειρασμός γλιστρούσε κάτω απ’ το δέρμα και τίποτα δεν του αντιστεκόταν, είχε ανάγκη να επουλώσει τις πληγές, να φιλήσει μια γυναίκα που γνώριζε το χνώτο της κι όχι ακούσια κι όχι γιατί εκείνη μόνον το ήθελε. Κανείς δεν συνουσιάζεται ακούσια, ούτε σαν υπνοβάτης, δεν ζευγάρωνε με κλειστά μάτια, ήξερε ποια είχε αγκαλιά, ούτε ή ίδια σήκωσε την φούστα να κρύψει το πρόσωπο σαν εσκιμώα, ένας άντρας και μια γυναίκα ένωναν τις δυνάμεις τους. Τα μούσκουλα τεντώθηκαν κάτω απ’ το πουκάμισο και μύρισε ιδρωμένο κορμί, την άρπαξε γερά γυρίζοντάς την από κάτω με την λαχτάρα που επιβάλει η εγγύτητα άγριων γεγονότων και η σύντομη ευτυχία άλλαζε τις σκιές στις γωνιές του χώρου.  Χρόνο να κλάψει για τον χαμό δεν είχε κι αφού έπρεπε να αντέξει για να συνεχίσει, σκεπτόταν πως τα πουλιά πεθαίνουν πετώντας, άλλωστε αυτή την γυναίκα την είχε αγαπήσει κάποτε με πάθος αλλά ποτέ δεν την γεύτηκε. Ίσως ήταν τυχερό να γίνει με τρόπο που δεν άφηνε πληγές και προπαντός δεν δημιουργούσε υποχρεώσεις κι ίσως ήταν καλό για την ίδια, να εξιλεωθεί για όσα του στέρησε. Η Λωξάντρα σχεδόν είχε ξεχάσει όλα όσα είχαν συμβεί, ζούσε με την ψευδαίσθηση πως ήταν αφημένα στο μακρινό παρελθόν ή πως συνέβησαν σε άλλη γυναίκα κι απλά άκουσε την είδηση. Ήταν αξιοθαύμαστο πως σπαρταρούσε στην αγκαλιά του σαν αγνή παιδούλα και πως εκείνος το καταλάβαινε και το κατανοούσε. Αυτές οι καθοριστικές ώρες και για τους δυό, θα μπορούσαν να μοιάζουν σαν σοβαρή τελετουργία ακριβώς επειδή μπήκαν σ’ έναν δικό τους χώρο όπου δεν υπήρχε ο φυσιολογικός χρόνος. Έζησαν με απόλυτη οικειότητα, χωρίς να σκέπτονται τίποτα άλλο παρά μόνον τους ίδιους σαν δυο παιχνιδιάρηδες συντρόφους που έδιναν και έπαιρναν.  Αν είχαν παντρευτεί, τώρα θα είχαν παιδιά κι εκείνος θα προστάτευε την οικογένειά του, βρέθηκε όμως στην ανάγκη να τον προστατεύει εκείνη. Τα δάκτυλα τεσσάρων χεριών ενώθηκαν άρρηκτα και σφίχτηκαν δυνατά, φιλήθηκαν ανυπόμονα και κοιτάχτηκαν με υποψία θλίψης μιας αιωρούμενης αμαρτίας. Τα μάτια της απόκτησαν το  γαλάζιο του καλοκαιρινού ουρανού που κλείνει στο βάθος το ξάστερο της αθωότητας, μένοντας σε απόλυτη ακινησία. Ύστερα η Λωξάντρα έβγαλε απ’ την βαθιά τσέπη του μαύρου φουστανιού ένα κομμάτι λευκού βαμβακερού υφάσματος και σκούπισε με φροντίδα τον ιδρώτα του.   

Απόσπασμα από το βιβλίο «ΓΙΑ ΜΙΑ ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΖΩΗ»  απ' τις εκδόσεις Ωκεανός


«Θέλω να σε δω», του γράφει, «θέλω να σε δω. Θέλω να βάλω τα χέρια μου στο στήθος σου, να νιώσω το ανάστημά σου πλάι μου, να δω τις ρυτίδες σου όταν γελάς. Θέλω να δω τι απόχρωση έχουν τα μάτια σου, θέλω να χώσω τα χέρια μου μέσα στα μαλλιά σου. Θέλω να αγγίξω τα μπράτσα σου, να διατρέξω με το δάχτυλό μου τις φλέβες στα χέρια σου. Θέλω να μυρίσω τη μυρωδιά σου, να νιώσω τη ζεστασιά του λαιμού σου, να ακούσω τη χροιά της φωνής σου από κοντά, όχι μέσα από μια συσκευή. Θέλω να νιώσω το χάδι σου και το φιλί σου και την ανάσα σου παντού πάνω μου, από το μαλακό δέρμα στην καμάρα της πατούσας μου μέχρι τη βάση του λαιμού μου, από το λεπτεπίλεπτο στρώμα δέρματος πίσω από τα γόνατά μου μέχρι τους τραχείς αγκώνες μου, από τα ακροδάχτυλα ως τα βλέφαρα των ματιών∙ παντού∙ στα πάντα. Θέλω να δω πώς κινείσαι, πώς περπατάς, πώς στέκεσαι. Θέλω να δω πώς θα σταθείς πλάι μου, τι θέση θα πάρεις δίπλα μου. Θέλω να νιώσω πώς θα σκύψεις πάνω μου, πώς θα ψιθυρίσεις στο αυτί μου∙ πού θα πρωτοακουμπήσεις τα χέρια σου όταν με δεις για πρώτη φορά, πώς θα χαμογελάσεις, τι θα κρύβει το χαμόγελό σου. Και άλλα, άλλα πολλά, εκατοντάδες, χιλιάδες μικρές, ασήμαντες λεπτομέρειες, λεπτομέρειες που δεν τις προσέχει κανείς πάνω σου, που περνάνε και φεύγουν απαρατήρητες, ακόμα κι από σένα τον ίδιο∙ στιγμές σου που περνάνε και φεύγουν. Εγώ θα τις σταματήσω, θα τις κρατήσω, θα τις κάνω σημαντικές. Και μέσα από μένα θα γίνουν σημαντικές ξανά και για σένα. Θα σε κάνω να αγαπήσεις ξανά τον εαυτό σου, Τραϊανέ, γιατί θα σ' αγαπήσω εγώ. Θα αγαπήσω κάθε σου έκφραση, νεύμα, γκριμάτσα, χειρονομία∙ κάθε μετέωρη κίνηση, κάθε μισοτελειωμένη κουβέντα∙ κάθε τσάκισμα και λύγισμα και τέντωμα και μάζεμα του κορμιού σου. Θα τα αγαπήσω όλα. Θα αγαπήσω εσένα. Κι έτσι θα αγαπήσεις κι εσύ ξανά τον εαυτό σου. Θέλω να σε δω». 

Απόσπασμα από το βιβλίο «Τα άδεια κουτιά, εκδ. Λιβάνη (2016)


Έρωτας δυνάστης. Γιατί υπάρχουν και μονόπλευρες αγάπες.
 ..“Σ’ αγάπησα πάνω από τη ζωή μου. Ζούσα και ζω μόνο για σένα! Είσαι η ανάσα μου και ας μου στέρησες το οξυγόνο! Είσαι η ευτυχία μου και ας μου πρόσφερες δυστυχία! Όση αγάπη και αν άπλωσα στα πόδια που σου φιλούσα, δεν κατάφερα να σε αγγίξω ούτε επιδερμικά! Σε τοποθέτησα στο πιο ψηλό βάθρο της καρδιάς μου και εσύ δεν με έβαλες καν μέσα στη δική σου! Σου έδινα γέλιο και μου χάριζες απλόχερα πόνο και δάκρυα! Σου έδωσα τη ζωή μου και μου έδωσες το θάνατο μου! Στεκόμουν βράχος δίπλα σου και με θρυμμάτισες! Σου έδωσα τα πάντα και δεν μου έδωσες τίποτα! Σου συγχώρησα πολλά, θα μπορούσα άλλα τόσα. Ένα μόνο δεν θα συγχωρήσω ποτέ στον εαυτό μου! Που σε αγάπησε τόσο δυνατά, τόσο παράφορα!” Η Στέλλα σκούπισε ένα ακόμη δάκρυ στην θύμηση του Τσαμπίκου. Είχαν περάσει χρόνια και ακόμα τον αγαπούσε το ίδιο δυνατά. Μόνο που η αγάπη της ήταν μονόπλευρη. 

Απόσπασμα από το βιβλίο «Έρωτας Δυνάστης»


Είναι εκείνη…
Είναι εκείνη που όταν την σκέφτεσαι, νιώθεις τις παλάμες σου να ιδρώνουν. Εκείνη που αν προσπαθήσεις να της γράψεις ένα γράμμα, δε θα καταφέρεις να σταυρώσεις παρά, μονάχα, δυο λέξεις. Που έχεις προετοιμαστεί δεκάδες φορές να της ανοίξεις την καρδιά σου, κι όμως όταν βρίσκεσαι απέναντί της στέκεσαι σαν ξυλάγγουρο που έχει πιει το αμίλητο νερό. Πόσο ανόητος…! Είναι εκείνη που όταν σου μιλάει, ξεχνάς και το όνομά σου. Και πριν της απαντήσεις, θαρρείς πως είναι ο μόνος λόγος για να βουτήξεις τη γλώσσα σου στο μυαλό. Ναι, σε αυτό που η μορφή της είναι μονίμως καρφωμένη και δε λέει να φύγει. Γιατί να το κάνει; Αφού δεν το θες. Την επιζητάς. Καθετί πάνω της. Το βλέμμα, το χαμόγελο, τη μυρωδιά της. Αυτό το συναίσθημα, που σου καίει γλυκά τα στήθια, ήταν τόσο δυνατό που οι αρχαίοι του έδωσαν τη μορφή ενός Θεού. Του Έρωτα… 



… Ξέρεις τι μετράει τελικά; Ποια χέρια θα σε αγκαλιάσουν και θα κάμουν το δέρμα σου να δακρύσει. Ποιο στόμα θα τσακίσει το φλοιό του μυαλού σου και θα σε τινάξει χωρίς αναπνοή στ αστέρια. Δεν έχει ταυτότητα ο έρωτας.
 Κάθε φορά που τυχαίνει να πετάξω τις αποσκευές μου, να βάλω φωτιά στο καλύβι μου, με πιάνει μετά από λίγο τέτοια ταραχή, που τρέχω να ξεπουλήσω όσο, όσο την ανεξαρτησία μου
Αυτοί που λένε πως είναι ευτυχείς, γιατί έκοψαν τα νήματα που τους συνδέανε με τους υπόλοιπους, αν δεν το παίζουν βούδες είναι το λιγότερο μαλάκες του γλυκού νερού. Όσο περισσότερο ξεκόβεις από τους άλλους, τόσο έρχεσαι κοντύτερα στην Άβυσσο. Κι εκεί τα πράματα είναι δύσκολα. Παρία και πληγή
Χρειαζόμαστε μικρές σκλαβιές στην ζωή μας, για να ξυπνάμε Χρειαζόμαστε πλαίσια. Σκοπούς. Προσδιορισμούς. Χρειαζόμαστε κορνίζες, Για να κλείνουμε μέσα τα τοπία που ζωγραφίζει η ψυχή μας. Αλλιώς, τα παίρνει ο άνεμος.


Μου ζήτησαν να γράψω για την αγάπη ή τον έρωτα. Μπορεί το ένα να εμπεριέχει το άλλο, να αλληλοσυμπληρώνονται ή να αλληλοσυγκρούονται, αλλά είναι δύο εντελώς διαφορετικές έννοιες.
Έχουν αλλιώτικη ψυχική δόνιση κι εκφράζονται εντελώς διαφορετικά. Επιλέγω να γράψω για την αγάπη.
Τι είναι αγάπη;
"Θα έλεγα πως αν έχουμε έναν ώμο να ακουμπήσουμε στα δύσκολα, δυο χέρια να μας χειροκροτήσουν στα όμορφα, μια καρδιά που να μας χωρά με όλα τα ελαττώματα και να μας αγκαλιάζει με ανιδιοτέλεια, τότε έχουμε ευτυχία στην ψυχή και πραγματικό πλούτο στη ζωή μας.
Η αγάπη είναι δύναμη, δίνει ασφάλεια, θεραπεύει πληγές, διώχνει φόβους. Είναι αρχή και τέλος στη ζωή μας!


 «Γεμάτη τσέπη»
 «Η αγάπη σου είναι τόσο μικρή και συμπυκνωμένη που την κρατάω κάθε πρωί στη χούφτα μου. Την βάζω στην τσέπη μου και φεύγω. Όταν περιμένω στο δρόμο βάζω το χέρι στην τσέπη για να μην κρυώνω και την ψαχουλεύω. Η αγάπη σου στην τσέπη μου γίνεται κλειδιά αυτοκινήτου, εισιτήριο λεωφορείου, χαρτομάντηλο για τα δάκρυα μου. Σχεδόν όλη μέρα περπατάω με το χέρι στην τσέπη γιατί είναι ωραίο να ψαχουλεύει την αγάπη και να την βρίσκεις πάντα εκεί. Μέχρι να βάλω το χέρι βαθιά στην τσέπη και η αγάπη σου να γίνει τα κλειδιά του σπιτιού μας. Όταν μου μιλάνε οι άνθρωποι εγω χαμογελάω και βάζω το χέρι στην τσέπη. Και εκείνοι με κοιτάνε και σίγουρα λένε μεταξύ τους -Πόσο περίεργη είναι αυτή που έχει πάντα το χέρι στην τσέπη.- Και όταν γυρνάνε την πλάτη τους να φύγουν εγώ τους εύχομαι να μην είναι οι τσέπες τους άδειες...»


Ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος που αγάπησε και αγαπήθηκε. Απλά δυνατά, άδολα. Η αγάπη είναι το βασικό συστατικό της ευτυχίας. Αγαπώ σημαίνει νοιάζομαι για την ευτυχία του άλλου ανιδιοτελώς. Ένα βλέμμα αρκεί για να νοιώσω τις σκέψεις του και να εισχωρήσω στα άδυτα της ψυχής του. Έχει όρια η αγάπη; Αγαπώ σημαίνει σέβομαι την προσωπικότητα του άλλου μου μισού, αγαπώ τα πάθη του τα λάθη του, τις αδυναμίες του. Τον αφήνω ελεύθερο γιατί η αληθινή αγάπη δεν φυλακίζει. Δεν επιβάλεις την αγάπη, την κερδίζεις μέρα με τη μέρα. Τυχεροί στη ζωή τους όσοι αγάπησαν και αγαπήθηκαν. Έζησαν, γιατί αγαπώ σημαίνει υπάρχω! 


Ως αντίκρισε το τραίνο από μακριά να πλησιάζει στάθηκε απότομα και το κοιτούσε, του έμοιαζε με τέρας που κατέφτανε σαν λιμασμένο όλα να τα σαρώσει, το βουητό του τον άγχωνε πιο πολύ, του ‘ρθε κρύος ιδρώτας. Άρχισε να φτιάχνει το μονίμως ανάκατο μαλλί του μήπως και σουλουπώσει, σκεφτόταν πώς να την καλωσορίσει. Ένα τριαντάφυλλο που κρατούσε να της το δώσει έκαμε να το πετάξει μα πάλι το μετάνιωσε. Ένα δυνατό σφύριγμα του σπάσε τα αυτιά, το επιβλητικό τραίνο κόπασε και πλήθος κόσμου αποβιβαζόταν. Ήθελε να τρέξει πάνω κάτω να τη βρει μα κρατήθηκε. Συλλογίστηκε πως έπρεπε να κρύψει την λαχτάρα του, να φανεί θυμωμένος. Κίνησε με αργά βήματα για να ΄χει χρόνο να θυμώσει. Προσπαθούσε να αλλάξει ύφος, έκανε χειρονομίες, μάζευε τα φρύδια , έσφιγγε τις γροθιές, μα σε κάθε βήμα του πλήθαινε η χαρά του. Το βλέμμα του έπεσε σε μια ψιλό ηλιοκαμένη κοπέλα που κρατούσε δύο βαλίτσες στα χέρια προσπαθώντας να κατέβει προσεκτικά, τα καλοχτενισμένα μακριά μαλλιά της είχαν κρύψει το πρόσωπο, παρότι φορούσε μια κορδέλα για να τα σταματάει, δεν του ήταν εύκολο να την διακρίνει, έκανε σκέψεις πως ήταν πιο λευκή πιο καστανή μα δεν πρόλαβε να τις ολοκληρώσει, ζύγωσε πιο κοντά. Ήταν εκείνη, η καρδιά του έλιωσε, φώναξε: «Όλγα!»

Απόσπασμα απο το βιβλίο ''Συνήγορος της ζωής'' εκδόσεις ΛΥΚΟΦΩΣ


ΣΟΥΣΟΥΡΑΔΑ 

Μπήκε στο δωμάτιο του. Έκλεισε πίσω του την βαριά ξύλινη πόρτα. Τα μουρμουρητά και τα κλάματα έμειναν μακριά του. Ξάπλωσε ανάσκελα. Έκλεισε τα μάτια. «Αγάπη μου, σουσουράδα μου! Εσύ είσαι η μοναδική μου σουσουράδα. Πάντα έτσι σε φώναζα, από τότε που ήμασταν μικρά μέχρι και σήμερα! Η δική μου σουσουράδα. Ολόκληρη τη ζωή μου τρέχω να σε προλάβω. Βιάστηκες να βγεις από την κοιλιά της μάνας σου. Σε ακολούθησα μερικές ημέρες αργότερα. Μεγαλώσαμε παίζοντας στις ίδιες αυλές. Οι λίγες ημέρες διαφοράς στη γέννησή μας, ήταν αρκετές για να είσαι κατά μία τάξη μεγαλύτερη στο σχολείο. Θυμάμαι την πρώτη σου ημέρα στο δημοτικό, το καμάρι σου όταν φόρεσες την μπλε ποδιά και τα κλάματα μου, που δεν με άφηναν να έρθω μαζί σου, αλλά κάθε απόγευμα γινόσουν η δασκάλα μου, έτσι πέρασα και εγώ την πρώτη τάξη μαζί σου. Τα δάκρυά μου, γέμισαν την αυλή του σχολείου, όταν την επόμενη χρονιά δεν με άφησαν να καθίσω δίπλα σου στο θρανίο. Μετά, ξαφνικά, η οικογένειά σου έφυγε από την γειτονιά, έφυγε από την πόλη μας, μεταφερθήκατε στην πρωτεύουσα. Έπαψα να σε βλέπω καθημερινά. Οι δικοί σου, έριξαν ‘μαύρη πέτρα’ πίσω τους, δεν ήρθαν ξανά ούτε για μια επίσκεψη, μόνο κάποια αραιά τηλεφωνήματα, που αραίωναν όσο κυλούσε ο καιρός . Σουσουράδα μου, πόσο αργά έφευγαν εκείνα τα χρόνια. Όταν έφτασε η ώρα να δώσω εξετάσεις για το Πανεπιστήμιο, ήξερα πως έπρεπε να γίνω ο καλύτερος για να καταφέρω να βρεθώ στην πρωτεύουσα. Να σταθώ δίπλα σου, να είμαι κοντά σου. Το κατάφερα. Νέα δάκρυα με περίμεναν. Εσύ βρισκόσουν ήδη, στο πρώτο έτος στη συμπρωτεύουσα. Ακόμα προσπαθώ να ανασύρω στη μνήμη μου τις δικαιολογίες που είπα για την αμοιβαία μεταγραφή με κάποιον συμφοιτητή μου. Συναντηθήκαμε σε ένα καφέ στην πλατεία Άθωνος. Στεκόμασταν ο ένας απέναντι από τον άλλον αμήχανοι. Γέμισε κάθε κύτταρο μου από την μορφή σου, την αύρα σου, εσένα. - Σουσουράδα! - Μεγαλώσαμε, έχουμε ονόματα! Είπες αυστηρά, αλλά τα μάτια σου γελούσαν. - Είσαι η σουσουράδα μου, δεν έχεις όνομα. Σε έκλεισα στην αγκαλιά μου. Μόνο στο ύψος σε ξεπέρασα, σε τίποτε άλλο. Οι σπουδές τελείωσαν, βέβαια καθυστέρησες λίγο για να αποφοιτήσουμε μαζί. Προτιμήσαμε να μείνουμε στη συμπρωτεύουσα. Στήσαμε εκεί το σπιτικό μας. Σουσουράδα μου, αγάπησα τους γιούς μας, τους καμάρωσα, τους καμαρώνω, είμαι περήφανος γι αυτούς. Αγαπώ τα εγγόνια μας. Απόψε δεν τα έφεραν μαζί τους. - Ακούς τις νύφες μας, τις γαλιάντρες που ψιθυρίζουν η μία στην άλλη; Μπορείς να μου εξηγήσεις τι λένε διαρκώς; Τους αγαπώ όλους! Το αστέρι της ζωής μου είσαι εσύ! Πάντα εσύ! Μόνο εσύ! Έχω όμως ένα παράπονο, δεν με άφησες να σε ξεπεράσω ποτέ. …. Η σουσουράδα κάτω στην ακρογιαλιά, δεν τρέχει, δεν πηδά, δεν καμαρώνει….» Δεν άκουσε τα χτυπήματα στην βαριά ξύλινη πόρτα.


Την τελευταία φορά  που  ο Χένρυ  είδε τον γείτονά του  πριν πεθάνει,  ο Ντέιβιντ για να τον παρηγορήσει του είπε. Κι εσύ το ίδιο θα ‘ κανες αν έβλεπες ένα παιδάκι να κινδυνεύει να καρφωθεί στα κάγκελα. Αντί γι’ απάντηση εκείνος βγήκε από το θάλαμο του νοσοκομείου και ξέσπασε σ’ ένα ασυγκράτητο κλαμα. «Ναι, έλεγε μέσα του, αυτό θα έκανα κι εγώ από τότε που μου   άνοιξες την πόρτα για να μου δείξεις εκείνο τον όμορφο  κόσμο, εκείνο τον παράδεισο της καλοσύνης, της ανεξικακίας, της αγάπης. Aπό τότε που άνοιξαν τα μάτια μου για να δω πως τότε που έλεγες στο παιδί σου πως δε ήμουν εγώ που έκανα εκείνη την απαίσια πράξη με το σκυλί και  πως είμαι καλός άνθρωπος, δεν το έλεγες επειδή ήσουν αφελής.    Δεν το έλεγες επειδή δεν  είχες καταλάβει την αλήθεια, το έλεγες από καθαρή ανωτερότητα, από την ανάγκη να προστατεύσεις το παιδί σου από το μίσος, να μην το αφήσεις να γίνει σαν κι εμένα». 
Ο Πήτερ σώπασε κι έμεινε για λίγο να  κοιτάζει τη συγκλονισμένη μου έκφραση.  Φοβερή ιστορία, του είπα μόλις βρήκα τη λαλιά μου. Κι εσένα ποιος σου την είπε. Ήξερες κάποιον από τη μια ή την άλλη οικογένεια;
Ναι, μου απάντησε. Ήξερα και τον καλό και τον  κακό γείτονα. Σώπασε για μερικά δευτερόλεπτα κι ύστερα πρόσθεσε. «Και τον κακό τον ξέρεις κι εσύ»
   Έμεινα να τον κοιτάζω. Ποιος είναι; ρώτησα υποψιασμένος.
  «Το πραγματικό του όνομα είναι Πήτερ», μου απάντησε,  «κι είναι αυτός που κάθεται μπροστά σου και  που λες πως είναι καλός άνθρωπος.    
     Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα και για να τα κρύψει πήρε το ποτήρι του κι ήπιε μιαν ακόμα γουλιά.
Καθώς τον κοίταζα, ήρθε στο νου μου   ένα αμερικάνικο βιβλίο που είχα μεταφράσει πρόσφατα, όπου κάποιος ρωτά τον γηραιό,  ανάπηρο και σοφό πρώην  καθηγητή του, τι είναι το πιο ισχυρό όπλο σ’ αυτή  τη ζωή.   «H αγάπη» απάντησε ο σοφός  καθηγητής  χωρίς δισταγμό.  «H αγάπη πάντα νικά».


Οι τρεις άντρες στάθηκαν αμίλητοι γύρω της, ένας κλοιός αγάπης και προστασίας, αλλά κανένας από αυτούς δεν μπορούσε να τη σώσει από τη δυστυχία που μαινόταν σαν καταιγίδα μέσα της και ξεσήκωνε τα πάντα, σπάζοντας, ρημάζοντας, αφήνοντας μονάχα συντρίμμια στο πέρασμά της. Μόνη της η κοπέλα έπρεπε να βρει τη δύναμη για να τη σταματήσει. Και δεν είχε πια ούτε ρανίδα δύναμης. Της την είχε πάρει όλη ο Μάσιμο, την είχε απομυζήσει με την ίδια της τη θέληση. Και τώρα κρύωνε, πάγωνε θανάσιμα, και κανείς εκτός από εκείνον δεν μπορούσε να της δώσει πίσω αυτό που της ανήκε..... ΑΥΤΟ είναι ένα μικρό κομμάτι από την ΥΠΟΣΧΕΣΗ και δείχνει τον πόνο του έρωτα... Η Τάμυ κι ο Μάσιμο και ένας έρωτας γεννημένος στις πιο δύσκολες και περίεργες συνθήκες.

 
 …Χτύπησε την πόρτα και περίμενε. Στη θέα της γυναίκας που εμφανίστηκε μπροστά του ένιωσε το αίμα του ν’ ανεβαίνει κατά κύματα προς το κεφάλι του, κι αυτό, μην αντέχοντας την ένταση της πίεσης, να ψάχνει διέξοδο τρυπώντας τα μηνίγγια του. Η καρδιά του χτυπούσε σε νέους, άγνωστους γι’ αυτόν ρυθμούς. Έμεινε να την κοιτάει στα μάτια χωρίς να μπορεί να αρθρώσει κουβέντα, ενώ ένα τρέμουλο τον διαπερνούσε. Τέτοιας ομορφιάς πλάσμα δεν είχε ξαναδεί στη ζωή του. Κι η Μαρία από την άλλη μεριά ζαλίστηκε μόλις τα μελιά του μάτια ζητιάνεψαν τον έρωτα μέσα στα δικά της. Σαϊτιές απανωτές καρφώνονταν στην καρδιά της και την έκαναν να σπαρταρά και να παραδίδεται αμαχητί στη γοητεία του. Κοιτάζονταν σαν μαγεμένοι, καρφωμένοι εκεί στην κάσα της πόρτας. Είναι τόσο ανατρεπτικό, επικίνδυνα όμορφο και θυελλώδες αυτό το συναίσθημα του κεραυνοβόλου έρωτα. Ξεσπάει σαν ανεμοστρόβιλος, εκεί που δεν το περιμένεις, σ’ αρπάζει και σε παρασύρει στη δίνη του κι εσύ παραδίνεσαι αδύναμος στην κοσμοχαλασιά του. Τέτοιο συναίσθημα, να επαναστατεί έτσι απροσχημάτιστα και ανεξέλεγκτα όλο τους το είναι, πρώτη φορά ένιωθαν κι οι δυο τους. Ντράπηκαν και χαμήλωσαν σαν από συνεννόηση το βλέμμα τους, ύστερα από απροσδιόριστη ώρα, αφού ο χρόνος είχε μαγκώσει, ποιος ξέρει για πόσο, εκεί στην πόρτα τους.

Από το νέο μου βιβλίο: "ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΠΑΛΙΑΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ" εκδόσεις ΠΝΟΗ 
  
 
Έτσι είναι η αγάπη. Δεν διαιρείται, ούτε αφαιρείται, φτάνει για όλους γιατί προστίθεται και πολλαπλασιάζεται.
Η αγάπη είναι το απαλό θρόισμα της ψυχής μας όταν αντικρίζει το άλλο της μισό, ενώ η αγωνιά που νοιώθει για όσους έχει τοποθετημένους εντος της, η τρυφερή ματιά, το χάδι, ένα άγγιγμα. Είναι η φροντίδα σήμερα, αλλά και για πάντα. Είναι όλα όσα κάνουν τον άνθρωπο να γίνεται καλύτερος, να εξυψώνεται από τη γήινη σφαίρα σε μια άλλη διάσταση, όπου επικρατεί η καλοσύνη.
Ο κακός άνθρωπος μπορεί να αγαπήσει; Όχι, γιατί δεν τον απασχολεί παρά μόνο η ύπαρξη του. Ο εγωισμός δεν έχει καλοσύνη, ούτε αγάπη, μόνο κακία.


Η αγάπη, η ακατάδεκτη στη φθορά, που όταν ξεκινάς συνομιλία μαζί της παίρνεις δύναμη να ξαναπείς λέξεις με νοήματα ξεθωριασμένα.
Η αγάπη  που  εξημερώνει τα θηρία του διαχωρισμού και της κριτικής.
Η αγάπη που  δεν έχει ερωτήσεις.
Η αγάπη  που γνωρίζει το βάρος των πραγμάτων χωρίς να τα ζυγίσει.
Η αγάπη που  αναγνωρίζει τη μεγαλοσύνη χωρίς να τη μετρήσει. 
Η αγάπη  που  περιγράφει με ένα μοναδικό τρόπο τις περιπέτειες της ζωής.
Αγάπα αν τολμάς και τότε θα καταλάβεις πως και ο άλλος έχει δίκιο όπως και συ.
Αγάπα αν τολμάς και τότε θα μάθεις τα μυστικά που κρύβει μια μηλιά στην κοιλιά της.
Αγάπα αν τολμάς και τότε θα  βρεθείς με μιας στον πυρήνα της αιωνιότητας.
Αγάπα αν τολμάς και τότε θα μπορέσεις να πάρεις στα χέρια σου το βιβλίο της ζωής σου και
να το ξαναγράψεις διαλέγοντας ένα νέο παρελθόν και ένα καινούριο μέλλον…
Αγάπα αν τολμάς…

Από το υπό έκδοση βιβλίο «Αγάπα αν τολμάς» εκδόσεις Πνοή

ΧΑΡΗΣ ΒΑΣΙΛΑΚΟΣ  

Κάτω απ' το δέρμα μου

Κι όταν πιο πίσω θα σε βλέπω να με αφήνεις,
κάτω απ' το δέρμα μου θα κλαίω
και θα φυλώ τα δάκρυα για νερό, όταν διψάσεις.

Κι όταν τα τραύματα στα χέρια θα μου φέρνεις,
κάτω απ' το δέρμα μου θα κλαίω
και θα φυλώ τα δάκρυα, να ξεπλύνω τις πληγές σου.

Κι όταν τα βλέμμα σε άλλο χάραμα σηκώνεις,
κάτω απ' το δέρμα μου θα κλαίω
και θα φυλώ τα δάκρυα, τα μάτια να σου νίβω.

Κι όταν στο αίμα θα κυλάει η φωτιά σου,
κάτω απ' το δέρμα μου θα κλαίω
και θα φυλώ τα δάκρυα, πυρετούς σου ν' αργοσβήνω.

Κι όταν το στόμα σου στεγνώνει από το φόβο,
κάτω απ' το δέρμα μου θα κλαίω
και θα φυλώ τα δάκρυα, τα χείλη σου να βρέχω.

Κι όταν σε νιώθω πιο βαθιά μου να ριζώνεις,
κάτω απ' το δέρμα μου θα κλαίω
και θα φυλώ τα δάκρυα, τις ρίζες να ποτίζω.

Απόσπασμα από το βιβλίο «Εκεί που πετάει ο νους» εκδόσεις Πνοή



"Στην αρχή δεν μπορείς ή δεν θες να το ορίσεις. Και γιατί να το ορίσεις; Αφού είναι διαφορετικό αυτή τη φορά. «Διαφορετικό» Τι χαζομάρα! Ναι, πάντα είναι διαφορετικό, αλλά τελικά το ίδιο είναι. Κάποιες φορές ξεκινά με κρότο, άλλες αθόρυβα. Άλλοτε προκύπτει ως ανάγκη να δαγκώσεις τα χείλη του, κι άλλοτε ως περιέργεια για το τι βλέπουν τα μάτια του όταν κοιτάνε στο κενό. Ίσως είναι ο τρόπος που προφέρει τις λέξεις, ίσως το πως γλυκαίνει τη φωνή όταν σου απευθύνει το λόγο. Δεν βαριέσαι; Η κατάληξη είναι μια. Όποτε πέφτει στα χέρια σου εφημερίδα, να μελετάς ένα ξένο ωροσκόπιο πριν καν διαβάσεις το δικό σου."
 
Αποσπασμα από το βιβλιο "Ερωσφόρος" εκδόσεις ΠΝΟΗ


Τι είναι ο Έρωτας;
Μόνον έναν άνθρωπο ως αντίκρισμα;
Η ερμηνεία που του δίνει ο Καθένας μας κατά πως τον βιώνει;
Η έλξη, το πάθος, η ανάγκη για αγάπη, για έρωτα
ή η ανάγκη αυτοκαταστροφής;
Τι είναι ο Έρωτας;
Συνειδητός; Ασυνείδητος; Κάτι το Τέλειο;
Που το νιώθουμε όταν εμφανιστεί ως Τέλειο.
Μα υπάρχει τίποτα Τέλειο; Κάποιος Τέλειος;
Το Τέλειο, το δικό μου, απέχει πολύ από την Τελειότητα!
Το δικό σου;
Το υποκείμενο – αντικείμενο του δικού μου Έρωτα είναι
Φανταστικά Μοναδικό! Μην παρασύρεσαι…
το Φανταστικά δεν σημαίνει Υπερθετικό βαθμό ανωτερότητας,
σημαίνει ότι Εγώ... η Ερωτοχτυπημένη, έχω (ναι το ομολογώ)
τρομερή Φαντασία, και καθιστά αυτό που νιώθω Μοναδικά
Ανυπέρβλητο… επεξήγηση καμία…

Απόσπασμα από το βιβλίο «Ψίθυροι» εκδόσεις Πνοή

 
Για μένα έρωτας είναι, να κοιτώ τον εαυτό μου στον καθρέφτη και να μη βλέπω το πώς γερνάω με τα χρόνια αλλά το πώς αγαπιέμαι ακόμα από τον ίδιο άνθρωπο…ξανά και ξανά… Για μένα έρωτας είναι να κοιμάμαι με την ανάσα του παιδιού μου στο πρόσωπό μου, όσο και να μεγαλώνει.. Για μένα, έρωτας είναι να γράφω ως τα ξημερώματα για τον ήρωα μου, με τον οποίο είμαι κρυφά ερωτευμένη μαζί του και ας μην είναι αληθινός… Ο Έρωτας είναι τροφή του νου, όχι του σώματος…

Αποσπασμα  απο την "Ελλη, η εγγονή του Αιόλου" Εκδόσεις Πνοή 
Αλεξάνδρα Ψαραδέλλη
Αγαπημένη μου Βέτα,
ίσως παίρνοντας στα χέρια σου το γράμμα αυτό, να βρήκες παράδοξο τον τρόπο με τον οποίο επέλεξα να επικοινωνήσω μαζί σου… Ίσως τα ερωτικά
γράμματα να υπήρξαν σύμβολα μιας άλλης εποχής. Μιας εποχής όπου η πένα βουτούσε στο μελάνι και άφηνε τα σημάδια της πάνω στο άσπρο χαρτί.
Ίσως τότε τα πράγματα να ήταν πιο απλά και ο κόσμος να μη χρειαζόταν να κρύβεται πίσω από φιλίες και ψεύτικα προσωπεία. Η αγάπη ήταν ξεκάθαρη και τα συναισθήματα δυνατά. Οι έρωτες ρομαντικοί και ο όρκος της αγάπης παντοτινός.
Μπορεί να μη ζήσαμε μια τέτοια εποχή, αλλά ζήσαμε μια φιλία. Μια φιλία που ως παιδιά δεν γνωρίζαμε ότι ήταν απλώς η αγνή αγάπη, η εμπιστοσύνη και η αφοσίωση.
Έχω μπροστά μου μια φωτογραφία μας τραβηγμένη στην παραλία, εγώ και εσύ να κοιτάμε το ηλιοβασίλεμα. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί την κουβαλούσα πάντα μαζί μου, γιατί κάθε φορά που ένιωθα μοναξιά την έπαιρνα
στην αγκαλιά μου και άγγιζα το πρόσωπό σου, γιατί αναπολούσα τις ώρες που περνούσαμε μαζί και γιατί δεν χόρταινα να σε κοιτώ να χαμογελάς και να είσαι ευτυχισμένη…
Θυμάσαι; Κάποτε υποσχεθήκαμε να μη χαθούμε ποτέ. Να παραμείνουμε αχώριστοι και στην υπόλοιπη ζωή μας. Τί φοβηθήκαμε λοιπόν; Ίσως την
ίδια την αγάπη. Ίσως να ήμασταν πολύ μικροί για να μπορέσουμε να διαχειριστούμε ένα τόσο δυνατό συναίσθημα…
Περάσαμε αρκετά χρόνια μακριά ο ένας από τον άλλον, όμως τίποτε δεν άλλαξε από τότε. Και όταν βρεθήκαμε ξανά, η αγάπη ξεχείλισε και σαν ποτάμι
μας παρέσυρε και τους δυο.
Ξέρω ότι είναι δύσκολο να κοιτάξεις κατάματα την αλήθεια και ακόμη πιο δύσκολο να αφήσεις τα συναισθήματά σου να σε κατακλύσουν. Αυτό όμως
που μου έδειξες στην παραλία ήταν η αληθινή Βιολέτα, ήσουν εσύ που βγήκες από τα όρια του εαυτού σου και έζησες την αλήθεια σου.
Δεν σου ζητώ να μου απαντήσεις αμέσως.
Ξέρω πως έχω ανατρέψει τις ισορροπίες της ζωής σου και τα σχέδια που έκανες τόσον καιρό. Ξέρω ότι σε τρομάζει ό,τι ξεφεύγει από τον έλεγχό σου και αλλάζει το πρόγραμμά σου.
Όμως σου ζητώ να αφουγκραστείς την καρδιά σου και να αφήσεις να σε οδηγήσει αυτή. Αυτή μόνο μπορεί να σου δείξει τον δρόμο της αγάπης και της
ευτυχίας.
                                                                                              Σ’ αγαπώ
                                                                                               Δημήτρης

Απόσπασμα απο το βιβλίο "Το άσπρο φόρεμα της θάλασσας"
Λία Ζώτου Θοδωρής Καραγεωργίου 
«Κοίτα γύρω σου, παππού… Κοίτα τα αμπέλια μας πώς δακρύζουν, κοίτα πώς κυλούν τα δάκρυά τους… Δίχως τούτα τα δάκρυα όλα θα ήταν νεκρά… Είναι δάκρυα ζωής, παππού! Εσύ μου τα ’δειξες όλα, εσύ! Δεν το φοβάμαι το δάκρυ του έρωτα, όσο πικρό κι αν είναι. Γιατί όποιος δε δάκρυσε για κάτι που πόθησε απελπισμένα δεν έχει νιώσει την καρδιά του να χτυπά αληθινά, δεν έχει ζήσει!»

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Το Δάκρυ του Έρωτα», Εκδόσεις Ψυχογιός.

Maria Katsoupi

Η αγάπη της ξεκίνησε σαν μικρές σταγόνες βροχής και σιγά σιγά έγιναν στάλες,πλήθυναν και μετατράπηκαν σε χοντρές σταγόνες που μούσκεμα κάθε τι...εκτός από εκείνον...Μα δεν την ένοιαζε πια αν η αγάπη της δεν κατάφερε να τον ξεδιψάσει. Αρκεί που εκείνη μπορούσε να κάνει τις σταγόνες στάλες και τις στάλες κατακλυσμό! Η αγάπη δε ζητά ανταπόδοση,όχι! Δεν είναι απαραίτητο! Δε τη κλαις την αγάπη, δε τη μοιρολογας! Μόνο τους πεθαμένους κλαις! Όχι όμως την αγάπη! Γιατί εκείνη ζει όσο τη κρατάς εσύ ζωντανή. Δε θα μπορούσε ποτέ να ικετεψει λόγια αγάπης...τι να τα κάνεις λόγια που ειπώθηκαν αφού τα ζήτησες? Ποιος ένιωσε γεμάτος από έρωτα που έχει ζητιανεψει? Μα να θυμώσει στην αγάπη? Πως θυμώνεις στην αγάπη? Πως την ξεριζώνεις? Δε θα τολμούσε ποτέ! Κι αν της θύμωνε κι εκείνη? Κι αν χανόταν για πάντα από τη ζωή της και δεν εμφανιζόταν ποτέ ξανά, πως θα αγαπούσε κάθε τι που θα άξιζε? Όχι! Δε θα της θύμωνε...θα την καλοπιανε,θα έπαιρνε και τη γλύκα της και τη πίκρα της θα τα περίμενε με την ίδια λαχτάρα...αρκεί να μη της θύμωνε η αγάπη!





" Είναι βλέπεις, Φωτεινή, αυτή η πάστα των ανθρώπων που τείνει να εκλείψει στις μέρες μας. Αυτή η χημεία όπου, όσα χρόνια και να περάσουν, δεν βαριέται ο ένας τον άλλον, το αντίθετο, του γίνεται ακόμη πιο απαραίτητος. Όχι γιατί τον έχει συνηθίσει, αλλά γιατί τον αγαπά. Αληθινά. Όχι εγωιστικά".

Απόσπασμα από το βιβλίο "Σε μια στροφή του καρουζέλ"
 





ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΠΟΛΥ ΤΟΥΣ 120 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΠΟΥ ΜΕ ΒΟΗΘΗΣΑΝ 
ΝΑ ΣΥΝΤΑΞΩ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ!
 

 



1 σχόλιο:

  1. Ο σύζυγός μου και εγώ παντρεύτηκα για περίπου 7 χρόνια τώρα. Είμαστε παντρεμένοι ευτυχώς με δύο παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Πριν από 3 μήνες, άρχισα να παρατηρώ κάποια παράξενη συμπεριφορά από αυτόν και λίγες εβδομάδες αργότερα ανακάλυψα ότι ο σύζυγός μου βλέπει κάποιον. Άρχισε να έρχεται αργά από το σπίτι, δεν ενδιαφέρεται για μένα ούτε για τα παιδιά πια, Μερικές φορές πηγαίνει έξω και δεν επιστρέφει καν σπίτι για περίπου 2-3 ​​ημέρες. Έκανα ό, τι μπορούσα για να διορθώσω αυτό το πρόβλημα αλλά όλα αυτά χωρίς αποτέλεσμα. Ανησυχώ πολύ και χρειάζομαι βοήθεια. Έχω βαρεθεί για τον Δρ Goko πόσο καλό και ωραίο βοηθά τους ανθρώπους στις συζυγικές τους υποθέσεις προβλήματα όπως η αποκατάσταση των σπασμένων σχέσεων και ο γάμος ακόμα περισσότερο. Έτσι, επικοινωνήθηκα μαζί του και του είπα τα προβλήματά μου και μου είπε να μην ανησυχώ ότι θα αποκαταστήσει τον σύζυγό μου 48 ώρες αργότερα. έτσι ακριβώς 48 ώρες ο σύζυγός μου ήρθε σε μένα και ζήτησε συγγνώμη για τα λάθη που έκανε και υποσχέθηκε να μην το ξανακάνω ποτέ. Από τότε, όλα έχουν επιστρέψει στο φυσιολογικό. η οικογένειά μου ζει μαζί με χαρά και πάλι .. Όλα χάρη στον Δρ Goko. Εάν έχετε κάποιο πρόβλημα, επικοινωνήστε μαζί του και σας εγγυώμαι ότι θα σας βοηθήσει. Δεν θα σας απογοητεύσει. Στείλτε το στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στη διεύθυνση: dr.gokosspiritualcaster@gmail.com Whatsapp και Viber τον κατευθύνετε απευθείας στο +2348056398964

    ΑπάντησηΔιαγραφή