Τρίτη, 12 Ιουνίου 2018

ΑΠΟΨΗ για το βιβλίο "ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΠΕΘΑΜΕΝΟΙ", Γιαννης Κυζιρόπουλος, Εκδόσεις ΟΣΤΡΙΑ, με την ματιά της ΕΥΑΣ ΝΑΤΣΗ


 


Στην Αθήνα του σήμερα, το ένοιωθες … το μύριζες, σχεδόν το διέκρινες να αιωρείται στην ατμόσφαιρα η αγωνία, ο φόβος, και η ανασφάλεια. Μέσα σε αυτήν λοιπόν την εποχή, της σύγχρονης  Αθήνας, που διακατέχεται από τον πολύπληθυσμό, αλλά ταυτόχρονα και την μοναξιά, που ρέει μέσα στις φλέβες των ανθρώπων, έζησε και ο ήρωας μου, ο Παύλος, ένας μαθητής της σύγχρονης κοινωνίας. 


Sometimes I feel like I don’t have a partner,

sometimes I feel like my only friend is the city I live in,

the city of angels, lonely as I am, together we cry.

Παυλος…

Έχει και τους δυο γονείς του, μια μέτρια οικονομική διαβίωση κι όμως νιώθει μόνος. Οι γονείς του τον αγαπάνε κι όμως τους έχει στήσει στον τοίχο απέναντι. Γιατί; Δεν ξέρει. Τους σέβεται αλλά... Νιώθει ότι είναι μόνος. Φαινόμενο που μαστίζει πολλούς ανθρώπους της εποχής μας. Η αποξένωση. Κυρίως επιδρά στα παιδιά καθώς η εφηβεία είναι προφθορο έδαφος. Ο Παύλος λοιπόν επισκέπτεται κρυφά μια ψυχολόγο για να βρει τα αιτία των συναισθημάτων του. Δε βρίσκει λύση. Αλλάζει σχολείο, παρέες και πάλι ζει στο κενό. Απολαμβάνει τη μοναξιά του... Την επιδιώκει. Περιμένει κάτι... κάποιον. Το άλλο του μισο που θα τον καταλάβει. Το άτομο αυτό το βρίσκει στο πρόσωπο της Αφροδίτης, μιας συμμαθήτριας του. Στην αρχή αυτή τον απορρίπτει. Επιζητά μόνο τη φιλία του, λέει. Αυτός πληγώνεται. Προσπαθεί να την κερδίσει. Νομίζει ότι το καταφέρνει... Νομίζει... γιατί η Αφροδίτη δεν είναι σταθερός χαρακτήρας. Μια πέφτει στην αγκαλιά του και μια τον απορρίπτει. Αυτό τον πληγώνει κι όμως την αναζητά. Γίνεται ένα μ’αυτην. Επικοινωνούν με τα μάτια μόνο. Είναι μαζί. Ήταν μαζί από πάντα. Τουλάχιστον ο Παύλος.

Το βιβλίο αυτό είναι ένα πολύ έξυπνα γραμμένα βιβλίο, που αφυπνίζει συνειδήσεις όχι μόνο για γονείς που έχουν παιδία στην εφηβεία, αλλά για όλους τους γονείς. Για όλους τους νέους που ζουν σε μια κοινωνία που στοιχειώνει τα θέλω των νέων. Σε ένα σήμερα που από μικρά βάζουμε τα παιδιά μας σε μια προδιαγραμμένη για αυτούς πορεία. Τους προσφέρουμε τα πάντα η μάλλον έτσι πιστεύουμε και στην ουσία δεν τους προσφέρουμε το πιο σημαντικό. Το χρόνο μας μαζί τους. Την ουσία του να είμαστε μαζί. Τα βάζουμε στο τρυπακι να τρέχουν και αυτά στις δραστηριότητες νομίζοντας πως κάνουμε το καλύτερο για αυτά, και στην ουσία είμαστε απών.

Πώς να καταλάβεις την ψυχοσύνθεση ενός έφηβου αν δεν είσαι διπλά του? Τις αγωνίες του για το άγχος των πανελληνίων, τους έρωτες και τους φόβους του, τις ανασφάλεις και τις ανάγκες τους για συντροφικότητα?

Μια ψυχοσύνθεση ανθρώπου, που δεν πρόλαβε να ζήσει κι όμως ήδη από την εφηβεία, κατάφερε και τα τερμάτισε όλα. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί μοντέρνα γραφή. Σε κρατά σε εγρήγορση. Μπαίνεις μέσα στο μυαλό του Παύλου, νιώθεις ότι νιώθει, φοβάσαι, στεναχωριέσαι, ερωτεύεσαι. Δεν προσπαθεί να διδάξει κάτι. Απλά παραθέτει την κατάσταση που βιώνουν εκατομμύρια άνθρωποι. Είμαστε πολλοί, ο ένας κοντά στον άλλο. Στο σπίτι, στη δουλειά, στη γειτονιά κι όμως δεν λέμε ούτε ένα γεια... Αποξένωση.

Με σταθερή και ακούραστη ροή των γεγονότων, και δίνοντας έμφαση στις στιγμές που διαδραματίζονται τα δύσκολα με τον ήρωα μας να ακροβατεί πάνω σε τεντωμένο σχοινί. Με τον Παύλο να αμφιταλαντεύεται στα θέλω του και στα μη, σαν σε κινηματογραφική πλοκή βλέπουμε ολοζώντανο στα μάτια μας, έναν ώριμο νέο με στόχους και όραμα για ζωή, να διέπεται από τις ευαισθησίες της ηλικίας αλλά και τις ανασφάλειες που του δημιουργούνται από τα μελλούμενα της χώρας. Σε μια Ελλάδα που η ανεργία έχει φτάσει στο κόκκινο τι μέλλον μπορεί να δει ένας νέος που φλέγεται από την δίψα του για ζωή?

Πραγματικά με εντυπωσίασε η ικανότητα του συγγραφέα που αν και μικρός σε ηλικία κατάφερε να παρουσιάσει τόσο ρεαλιστικά τον ψυχικό κόσμο όχι μόνο του 17χρονου ήρωα του αλλά όλων μας των παιδιών που μεγαλώνουν σε μια μεταλλαγμένη κοινωνία!

Η αλήθεια είναι πως το αδίκησα λίγο το βιβλίο. Το είχα στο κομοδίνο μου επάνω να με περιμένει καρτερικά γιατί οι υποχρεώσεις μου με πήγαν πίσω. Τώρα που ολοκλήρωσα την ανάγνωση του θα το προτείνω σε όλους τους γονείς. Οχι μόνο σε αυτούς που έχουν παιδιά στην ηλικία του Παύλου, αλλά σε όλους! Πιστεύουμε ότι γνωρίζουμε τα παιδία μας. Πόσο όμως στην ουσία τους ξέρουμε? Και τι πραγματικά σκέφτονται αυτά τα παιδία? Έχουν οι ίδιοι την ζωή τους και το μέλλον τους στα χέρια τους ή τελικα την τελευταία απόφαση την έχει η μοίρα?

Απλά, ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ!!!

Γιάννη Κυζιρόπουλε τι να πω? Πολλά συγχαρητήρια αγόρι μου για τον δυναμισμό που έβγαλε η πένα σου επάνω στις λεύκες σελίδες! Απέδειξες σε εμένα και πιστεύω σε πολλούς αναγνώστες πως μπήκες δυναμικά στο χώρο της λογοτεχνίας και θα μείνεις!


Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιάννη Κυζιρόπουλου  “Από μέσα πεθαμένοι”


«Ξέρεις τι; Νιώθω πως στο μυαλό μου έχω βρει όλες τις λύσεις στα υπαρξιακά μου, στις θεωρίες περί ζωής. Είμαστε αστερόσκονη, ένας κόκκος άμμου στην έρημο, ίσως μια μεταβλητή σε μια διαφορική εξίσωση πολλαπλών συμπάντων, απεριορίστων χωροχρονικών πιθανοτήτων. Ίσως πάλι όλα να έχουν ήδη συμβεί, σε μια στιγμή, κι εμείς απλώς να τα ζούμε ξανά και ξανά σαν παραπροϊόντα ενός αλγορίθμου, ενός προγράμματος υπολογιστή, σε αυτό που ονομάζουμε πραγματικό χρόνο και νομίζουμε πως υπάρχει.
Και μπορεί όλα τα παραπάνω να έχουν πολύ ενδιαφέρον θεωρητικά, ωστόσο οποιοδήποτε από αυτά κι αν ισχύει στ’ αλήθεια, είναι αδύνατο να μ’ επηρεάσει ποτέ περισσότερο απ’ όσο τώρα, ή εγώ να το αντιληφθώ χειροπιαστά και να το αλλάξω. Συνεπώς, καταλήγω να συνειδητοποιώ πως το Μεγάλο νόημα δεν υπάρχει, κι αυτό με κρατά συνήθως ήρεμο και —αυτάρεσκα— ικανοποιημένο για λίγο.
Όμως κάποιος βαθύτερος, ανθρώπινος, κατώτερος εαυτός μου εύχεται να υπήρχε αυτό το μεγάλο νόημα, καταλαβαίνεις; Εύχεται, μετά τις δυσκολίες της ζωής, να ερχόταν μια κορύφωση, μια ανταμοιβή, μια λύτρωση· να υπήρχαν και να άξιζαν οι λόγοι να θυσιαστεί κανείς για τον άλλον. Εύχεται, σαν μικροαστός, να υπήρχε ένα χολιγουντιανό σενάριο για γραφτό του καθενός. Και στο τέλος τέλος, εύχεται να μπορούσε να ζήσει τον μεγάλο έρωτα. Να γνωρίσει το Κορίτσι. Το ξεχωριστό αυτό άτομο που θα τον έκανε να θέλει να περάσουν όλα τα υπόλοιπα βράδια τους μαζί, ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, αγκαλιασμένοι, να κοιτάζονται στα μάτια μέχρι το πρωί…
Και νομίζω πως το βρήκε…»





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου