Μπορεί μια τόσο μικρή λέξη όσο το «πώς» να ανοίξει έναν ολόκληρο δρόμο προς τον εαυτό μας; Η Ειρήνη Λοϊσίου ομολογεί από τον πρόλογο πως αυτή είναι η αγαπημένη της λέξη και η επιλογή της αποκτά σταδιακά βαθύτερη σημασία. Το «πώς» μετακινεί τη σκέψη από τη θεωρία στην προσωπική εμπειρία. Πώς δημιουργήθηκαν οι πεποιθήσεις μας; Πώς μάθαμε να αντιδρούμε στις συγκρούσεις; Πώς φερόμαστε όταν θυμώνουμε, όταν φοβόμαστε, όταν περιμένουμε να μας αποδεχτούν; Πώς φτάσαμε να γνωρίζουμε τόσο καλά τους ρόλους μας και τόσο λίγο τον άνθρωπο που υπάρχει πίσω από αυτούς; Κάπως έτσι αρχίζει η ουσιαστική συνομιλία που προτείνει το «Νόημα», με ερωτήματα τα οποία δεν επιτρέπουν στον αναγνώστη να μείνει ασφαλής στην επιφάνεια.
Η δομή του βιβλίου αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του. Οι μικρές αυτοτελείς ιστορίες μπορούν να διαβαστούν με οποιαδήποτε σειρά, ανάλογα με όσα απασχολούν τον αναγνώστη τη συγκεκριμένη περίοδο της ζωής του. Αυτή η ελευθερία δεν μοιάζει τυχαία. Η αυτογνωσία σπάνια ακολουθεί μια ευθεία διαδρομή με σαφή αρχή και προδιαγεγραμμένο τέλος. Άλλοτε μας οδηγεί σε μια παλιά σύγκρουση, άλλοτε στον θυμό που συσσωρεύσαμε, στη σιωπή που επιλέξαμε, στην ανάγκη μας για αποδοχή ή σε εκείνο το κενό που προσπαθούμε να καλύψουμε χωρίς να έχουμε καταλάβει από πού γεννήθηκε. Το βιβλίο μπορεί λοιπόν να παραμείνει κοντά μας και να ανοίγει κάθε φορά σε διαφορετικό σημείο, επειδή διαφορετική θα είναι και η ανάγκη που μας έκανε να το αναζητήσουμε.
Οι ιστορίες λειτουργούν ως καθημερινοί καθρέφτες. Η συγγραφέας επιλέγει οικείες καταστάσεις και ανθρώπους στους οποίους μπορούμε να αναγνωρίσουμε μικρά ή μεγαλύτερα κομμάτια του εαυτού μας. Η αφήγηση δημιουργεί την απαραίτητη απόσταση ώστε να παρατηρήσουμε πρώτα τη συμπεριφορά ενός άλλου ανθρώπου και, λίγο αργότερα, να αντιληφθούμε πως το ερώτημα έχει ήδη στραφεί προς εμάς. Εκεί βρίσκεται και η χρησιμότητα της μυθοπλασίας μέσα σε ένα βιβλίο αυτογνωσίας. Η θεωρία αποκτά ανθρώπινο πρόσωπο, οι αφηρημένες έννοιες δοκιμάζονται μέσα σε πραγματικές συνθήκες και η προσωπική ενδοσκόπηση αρχίζει χωρίς προσταγές και έτοιμες οδηγίες.
Η υπομονή, η ειρήνη, η ταυτότητα, η σύγκρουση και η σιωπή ανοίγουν έναν πρώτο κύκλο προβληματισμού γύρω από τον τρόπο με τον οποίο στεκόμαστε απέναντι στη ζωή και στους άλλους. Η υπομονή παρουσιάζεται ως χρόνος που προσφέρουμε σε κάτι ή σε κάποιον που αξίζει, χωρίς να χάνει τη λεπτή σχέση της με τα προσωπικά μας όρια. Η ειρήνη ξεκινά ως εσωτερική συνθήκη πριν μεταφερθεί στις σχέσεις και στον κόσμο γύρω μας. Η ταυτότητα φέρνει στην επιφάνεια τους ρόλους που έχουμε συνηθίσει να υπηρετούμε, ενώ η σύγκρουση μάς καλεί να εξετάσουμε όσα συμβαίνουν μέσα μας πριν κατηγορήσουμε τον απέναντι. Η σιωπή έχει πολλές μορφές. Μπορεί να γίνει χώρος κατανόησης, φόβος, τιμωρία, άμυνα ή μια κραυγή που δεν βρήκε ποτέ λέξεις.
Η αυτοπεποίθηση, το παιδί μέσα μας, η ευτυχία, η επιτυχία και η πειθαρχία συνεχίζουν τη διαδρομή σε πιο προσωπικό έδαφος. Πόσο από αυτό που αποκαλούμε χαμηλή αυτοπεποίθηση έχει δημιουργηθεί από τα βλέμματα των άλλων; Πόσες επιθυμίες εγκαταλείψαμε για να διατηρήσουμε μια εικόνα σοβαρότητας και ωριμότητας; Η επαφή με το παιδί μέσα μας σημαίνει πως επιστρέφουμε σε μια πλευρά αυθόρμητη και αληθινή, η οποία επιβίωσε κάτω από υποχρεώσεις, ματαιώσεις και κοινωνικούς ρόλους. Η ευτυχία εξετάζεται ως στάση και ικανότητα παρουσίας, ενώ η επιτυχία και η πειθαρχία αποδεσμεύονται από την επιδεικτική τους πλευρά και συνδέονται με τη συνέπεια απέναντι σε όσα έχουν προσωπική αξία.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν τα κεφάλαια της αποδοχής και του θυμού. Η αποδοχή αγγίζει μια βαθιά ανθρώπινη ανάγκη, καθώς μεγάλο μέρος της ζωής μας οργανώνεται γύρω από την επιθυμία να μας αγαπούν, να μας εγκρίνουν και να μας επιβεβαιώνουν. Όταν αυτή η επιθυμία μετατρέπεται σε εξάρτηση, αρχίζουμε να προσαρμόζουμε το πρόσωπό μας ανάλογα με εκείνον που βρίσκεται απέναντί μας. Ο θυμός, από την άλλη, προσεγγίζεται ως ένα παρεξηγημένο συναίσθημα που έχει κάτι να μας αποκαλύψει. Μπορεί να δείχνει ένα όριο που παραβιάστηκε, μια ανάγκη που αγνοήθηκε ή μια πληγή που έμεινε ανοιχτή. Η αποδοχή του θυμού δεν σημαίνει παράδοση στην οργή. Σημαίνει πως ακούμε όσα προσπαθεί να μας πει πριν αποφασίσουμε πώς θα τα διαχειριστούμε.
Η συγχώρεση και η ευγνωμοσύνη προχωρούν ακόμη βαθύτερα, επειδή και οι δύο έννοιες έχουν κακοποιηθεί από την εύκολη θετικότητα. Η συγχώρεση δεν μπορεί να επιβληθεί ως ηθική υποχρέωση ούτε να χρησιμοποιηθεί για να ακυρώσει τον πόνο ή την ευθύνη εκείνου που τον προκάλεσε. Αποκτά αξία όταν λειτουργεί ως εσωτερική απελευθέρωση και όταν ο άνθρωπος είναι έτοιμος να αφήσει το τραύμα να πάψει να ορίζει τη ζωή του. Η ευγνωμοσύνη, αντίστοιχα, χάνει το περιεχόμενό της όταν επαναλαμβάνεται μηχανικά. Χρειάζεται επίγνωση, παρουσία και την ικανότητα να βλέπουμε όσα βρίσκονται ήδη δίπλα μας πριν η απώλειά τους μας αναγκάσει να καταλάβουμε την αξία τους.
Το κεφάλαιο για το κενό οδηγεί σε μία από τις πιο δύσκολες περιοχές της ανθρώπινης εμπειρίας. Το κενό μπορεί να κρύβεται πίσω από μια φαινομενικά γεμάτη ζωή, πίσω από ασταμάτητη δραστηριότητα, επιτυχίες, σχέσεις και υποχρεώσεις. Η προσπάθεια να το γεμίσουμε βιαστικά συχνά μας απομακρύνει από την αιτία του. Χρειάζεται θάρρος για να σταθεί κάποιος απέναντί του και να αναρωτηθεί τι ακριβώς λείπει, τι εγκατέλειψε στην πορεία και πόσα από όσα απέκτησε τα επέλεξε πραγματικά ο ίδιος. Από εκεί η διαδρομή οδηγεί φυσικά στην αυτογνωσία και στην αυτοπραγμάτωση, στη δύσκολη συνάντηση με την πραγματική μας εικόνα και με τις δυνατότητες που παρέμειναν ανεκμετάλλευτες επειδή μάθαμε να ζούμε σε μικρότερο χώρο από αυτόν που μας αναλογεί.
Η ουσιαστικότερη επιλογή της Ειρήνης Λοϊσίου βρίσκεται στο τέλος των κεφαλαίων. Οι ιστορίες ολοκληρώνονται με ερωτήματα που στρέφονται προς τον αναγνώστη και τον καλούν να συνεχίσει μόνος του. Οι απαντήσεις δεν προσφέρονται έτοιμες, επειδή τότε θα ήταν απαντήσεις της συγγραφέως για τη δική της ζωή. Η αυτογνωσία απαιτεί προσωπική συμμετοχή, ειλικρίνεια και αρκετή γενναιότητα ώστε να μην απαντήσουμε όπως θα θέλαμε να είμαστε, αλλά όπως πραγματικά είμαστε. Έτσι, κάθε κεφάλαιο αποκτά δύο αναγνώσεις, εκείνη της ιστορίας που βρίσκεται τυπωμένη στις σελίδες και εκείνη που αρχίζει μέσα στον αναγνώστη όταν φτάσει στην τελευταία ερώτηση.
Οφείλω πάντως να πω πως οι έννοιες που πραγματεύεται το βιβλίο είναι γνώριμες σε όποιον έχει ασχοληθεί εκτενώς με την αυτογνωσία και την προσωπική ανάπτυξη. Η πρωτοτυπία του επομένως δεν στηρίζεται στην ανακάλυψη άγνωστων ιδεών. Βρίσκεται στη σύνθεση, στην απλή αφηγηματική τους απόδοση και στον τρόπο με τον οποίο μετατρέπονται σε προσωπικά ερωτήματα. Η αποτελεσματικότητά του θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη διάθεση του αναγνώστη να σταματήσει, να σκεφτεί και να απαντήσει με ειλικρίνεια. Όποιος το διαβάσει βιαστικά θα συναντήσει όμορφες ιστορίες και γνώριμες έννοιες. Όποιος επιτρέψει στις ερωτήσεις να τον ακολουθήσουν, ίσως ανακαλύψει κάτι πολύ πιο δύσκολο και πολύ πιο χρήσιμο, τα σημεία της ζωής του στα οποία αποφεύγει ακόμη να κοιτάξει.
Το «Νόημα» δεν προσπαθεί να χωρέσει τη ζωή σε μια καθολική απάντηση. Αναγνωρίζει ότι κάθε άνθρωπος κουβαλά διαφορετικές πληγές, αξίες, ανάγκες και δρόμους. Το νόημα αποκτά προσωπικό περιεχόμενο μέσα από τις επιλογές μας, τις σχέσεις μας, τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τον φόβο, τη χαρά, την απώλεια και την αγάπη. Ίσως τελικά η πιο σημαντική ερώτηση να μην είναι ποιο είναι το νόημα της ζωής γενικά. Ίσως χρειάζεται να αναρωτηθούμε ποιο νόημα δίνουμε εμείς στη δική μας ζωή, σήμερα, με τον τρόπο που επιλέγουμε να τη ζήσουμε. Και αν η απάντηση δεν μας αρέσει, έχουμε άραγε το θάρρος να την αλλάξουμε;
Εύα Νάτση
Βιβλίο Της Παρέας
