Πόσες φορές είπες «είμαι καλά» ενώ μέσα σου κάτι είχε ήδη αρχίσει να σπάει; Πόσες φορές κατάπιες τον θυμό σου για να μην αναστατώσεις τους άλλους, φόρεσες το χαμόγελο του καλού παιδιού, ανέλαβες ευθύνες που δεν σου ανήκαν και συνέχισες να φροντίζεις τους πάντες, περιμένοντας κρυφά να γυρίσει κάποιος και να ρωτήσει πώς είσαι εσύ; Και πόσες φορές το σώμα σου πρόλαβε να φωνάξει όλα εκείνα που εσύ δεν τολμούσες ακόμη να παραδεχτείς;
Ο τίτλος «Αυτό το βιβλίο το έγραψα για σένα» μοιάζει με προσωπική αφιέρωση πριν ακόμη ανοίξεις την πρώτη σελίδα. Έχει οικειότητα, τρυφερότητα, ίσως και μια μικρή δόση τόλμης, γιατί υπόσχεται στον αναγνώστη ότι κάποιος γνωρίζει όσα κουβαλά και έχει βρει τις λέξεις που εκείνος δυσκολεύεται να πει. Τέτοιοι τίτλοι κινδυνεύουν εύκολα να χαθούν σε γλυκανάλατες συμβουλές και εύπεπτα συνθήματα αυτοβελτίωσης. Η Μαρία Παπουτσή φαίνεται να επιλέγει έναν πιο ήσυχο δρόμο. Συγκεντρώνει στιγμές από τη θεραπευτική πράξη, κοινές ανθρώπινες πληγές, φόβους, αμφιβολίες και εσωτερικές συγκρούσεις, προσπαθώντας να μεταφέρει κάτι από την ασφάλεια του ψυχοθεραπευτικού δωματίου στις σελίδες ενός βιβλίου. Η ίδια εξηγεί ότι πίσω από φαινομενικά διαφορετικές ιστορίες αναγνώριζε ξανά και ξανά κοινά βιώματα και θέλησε ο αναγνώστης να συναντήσει κομμάτια του εαυτού του και να αισθανθεί λιγότερο μόνος.
Η συγγραφέας είναι ψυχολόγος, παιδοψυχολόγος και ψυχοθεραπεύτρια, με σπουδές στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, μεταπτυχιακή εκπαίδευση στην Αθλητική Ψυχολογία, εξειδίκευση στην Παιδοψυχολογία και εκπαίδευση στη Γνωστική Συμπεριφορική και στη Γνωστική Αναλυτική Ψυχοθεραπεία. Η επαγγελματική της ταυτότητα έχει σημασία εδώ, επειδή το βιβλίο δεν στηρίζεται μονάχα σε προσωπικούς στοχασμούς μιας συγγραφέως γύρω από τον πόνο. Οι σκέψεις του έχουν γεννηθεί μέσα από χρόνια επαφής με ανθρώπους που έφτασαν στη θεραπεία κουβαλώντας το δικό τους βάρος, τη δική τους ντροπή και εκείνη τη σιωπηλή ερώτηση που σπάνια λέγεται καθαρά: «Είναι φυσιολογικό να νιώθω έτσι;»
Στις 256 σελίδες του δεν ακολουθείται μία ενιαία ιστορία με αρχή, κορύφωση και τέλος. Το βιβλίο οργανώνεται σε πολλά μικρά, αυτοτελή κείμενα, σαν σύντομες συναντήσεις με όσα προσπαθούμε να κρύψουμε από τον κόσμο και κάποτε ακόμη και από εμάς τους ίδιους. Οι τίτλοι φανερώνουν το εύρος της διαδρομής. «Όταν δεν φαίνεται το κλάμα», «Όταν πάντα φταις εσύ», «Το καλό παιδί», «Αν μπορούσα να σε αγκαλιάσω τότε», «Ψυχολογική κόπωση», «Όταν το σώμα κουβαλά όσα το μυαλό δεν αντέχει», «Η δύναμη δεν είναι μόνιμη κατάσταση», «Η ανάγκη για γονεϊκή παρουσία δεν λήγει με την ενηλικίωση», «Η σιωπηλή κόπωση που δεν φεύγει με ύπνο», «Η επανόρθωση προς τον εαυτό», «Όμηρος μιας σχέσης που δεν σε φροντίζει», «Η αγάπη δεν πρέπει να πονάει». Μόνο και μόνο διαβάζοντας αυτά τα κεφάλαια, αντιλαμβάνεσαι πως η συγγραφέας στρέφεται προς ανθρώπους που έχουν κουραστεί να είναι δυνατοί και έχουν μάθει να θεωρούν τη φροντίδα του εαυτού τους σχεδόν εγωιστική πράξη.
Το «καλό παιδί» κατέχει κομβική θέση σε αυτή τη διαδρομή. Είναι εκείνο το παιδί που έμαθε νωρίς πως η αποδοχή χρειάζεται να κερδηθεί, πως για να αγαπηθεί πρέπει να είναι ήσυχο, χρήσιμο, υπεύθυνο, πρόθυμο και διαρκώς διαθέσιμο. Μεγαλώνει και γίνεται ένας ενήλικας που λέει «ναι» όταν μέσα του ουρλιάζει ένα «όχι», απολογείται ακόμη και όταν έχει πληγωθεί, φοβάται να απογοητεύσει τους άλλους και συγχέει την καλοσύνη με την αυτοεγκατάλειψη. Η φράση του βιβλίου, «Δεν χρειάζεται να είσαι το “καλό παιδί” για να είσαι αγαπητός άνθρωπος», αγγίζει ακριβώς αυτόν τον παλιό μηχανισμό επιβίωσης. Την πεποίθηση πως η αγάπη μπορεί να χαθεί τη στιγμή που θα βάλεις ένα όριο, θα θυμώσεις, θα διαφοροποιηθείς ή θα πάψεις να εξυπηρετείς τις ανάγκες όλων.
Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζεται η ανθεκτικότητα. Έχουμε συνηθίσει να επαινούμε τον άνθρωπο που αντέχει, χωρίς να αναρωτιόμαστε πόσο του κόστισε αυτή η αντοχή. Του λέμε ότι είναι δυνατός και, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, του αφαιρούμε το δικαίωμα να λυγίσει. Η Μαρία Παπουτσή περιγράφει την ανθεκτικότητα ως μια αργή επανασύνδεση με τις ανάγκες, τα συναισθήματα και την ευαλωτότητά μας. Βρίσκεται στη στιγμή που κατονομάζεις αυτό που νιώθεις, που σταματάς να μιλάς στον εαυτό σου σαν τιμωρός και κάνεις ένα μικρό βήμα φροντίδας προς το μέρος του. Αυτή η θέση έχει μεγαλύτερη αλήθεια από τα συνήθη κηρύγματα περί θετικής σκέψης, επειδή αφήνει χώρο στον πόνο αντί να βιάζεται να τον μεταμφιέσει σε μάθημα ζωής.
Ιδιαίτερο βάρος δίνεται και στο εσωτερικό παιδί, εκείνο το κομμάτι μας που εξακολουθεί να θυμάται τις πρώτες απορρίψεις, την αγάπη που δόθηκε με όρους, τις αγκαλιές που έλειψαν και τις ανάγκες που έμειναν χωρίς απάντηση. Ο φόβος της εγκατάλειψης, η ανασφάλεια, η ανάγκη να μας επιβεβαιώνουν συνεχώς, η δυσκολία να εμπιστευτούμε και η αγωνία μήπως πάψουν να μας αγαπούν συχνά έχουν ρίζες πολύ παλαιότερες από τη σχέση ή την κατάσταση στην οποία εμφανίζονται σήμερα. Η φροντίδα αυτού του παιδιού δεν παρουσιάζεται ως επιστροφή σε μια μόνιμη ενασχόληση με το παρελθόν. Μοιάζει περισσότερο με μια ενήλικη απόφαση να προσφέρουμε εμείς στον εαυτό μας την ασφάλεια που κάποτε περίμενε από τους άλλους. Να του πούμε, έστω και καθυστερημένα, «τώρα σε ακούω, τώρα δεν θα σε αφήσω μόνο».
Και ύστερα έρχεται το σώμα. Ο σβέρκος που σφίγγεται, το στομάχι που αντιδρά, η ανάσα που μικραίνει, η αϋπνία, η εξάντληση που επιμένει ακόμη και μετά τον ύπνο. Όσα δεν βρίσκουν λέξεις συχνά αναζητούν άλλον τρόπο να ακουστούν. Τα σχετικά κεφάλαια του βιβλίου κοιτούν τη σύνδεση ψυχής και σώματος χωρίς να μετατρέπουν κάθε σωματικό σύμπτωμα σε αυθαίρετη ψυχολογική ερμηνεία. Θυμίζουν, όμως, κάτι που πολλοί ανακαλύπτουν αργά. Η συνεχής πίεση, η καταπίεση των συναισθημάτων και η ζωή σε μόνιμη επιφυλακή αφήνουν αποτύπωμα. Η ψυχική υγεία παύει έτσι να μοιάζει με πολυτέλεια για όσους έχουν χρόνο και γίνεται προϋπόθεση για να αντέξει ολόκληρος ο άνθρωπος.
Ο άξονας των σχέσεων είναι εξίσου δυνατός. Σχέσεις που τελειώνουν, σχέσεις που κρατούν έναν άνθρωπο όμηρο, άνθρωποι που χρησιμοποιούν τον χρόνο ως απόδειξη αγάπης, φόβος της μοναξιάς, λάθος συντροφικότητα, ανάγκη να μας νιώσουν και όχι απλώς να μας επιδεικνύουν. Η συγγραφέας φαίνεται να επιστρέφει συχνά σε μια δύσκολη αλήθεια. Το τραύμα μπορεί να εξηγήσει γιατί μένουμε, γιατί φοβόμαστε ή γιατί επαναλαμβάνουμε ένα μοτίβο, όμως δεν μπορεί να λειτουργεί αιώνια ως άλλοθι ούτε για εμάς ούτε για εκείνους που μας πληγώνουν. Η κατανόηση της πληγής αποκτά αξία όταν οδηγεί σταδιακά σε ευθύνη, καθαρά όρια και επιλογές που προστατεύουν τη ζωή μας. Το ίδιο νήμα συναντάται και στις δημόσιες συζητήσεις της Μαρίας Παπουτσή για τα «όχι» που δεν ειπώθηκαν, τον φόβο του θυμού, την αποδοχή υπό όρους και την ασφυξία μέσα στις σχέσεις.
Η γραφή επιδιώκει να λειτουργήσει σαν μια ήρεμη φωνή δίπλα στον αναγνώστη. Δεν υιοθετεί τον αυστηρό τόνο του ειδικού που γνωρίζει τα πάντα και μοιράζει εντολές από απόσταση. Χρησιμοποιεί απλό και άμεσο λόγο, μικρές σκέψεις, ερωτήσεις και ασκήσεις ενδοσκόπησης. Η ίδια η συγγραφέας λέει πως οι γρήγορες λύσεις μπορούν να κάνουν έναν πληγωμένο άνθρωπο να αισθανθεί ότι το βίωμά του απλοποιείται ή παραβλέπεται. Πριν ζητήσεις από κάποιον να αλλάξει, χρειάζεται να αναγνωρίσεις ότι αυτό που αισθάνεται έχει νόημα μέσα στην ιστορία του. Το βιβλίο προσπαθεί να δημιουργήσει ακριβώς αυτή τη γέφυρα, μια πιο ήπια εσωτερική φωνή απέναντι στη σκληρή κριτική που πολλοί κουβαλούν μέσα τους.
Στο απόσπασμα «Η καρδιά που έσπασε» διαβάζουμε τη φράση «Πήρα τη ραγισμένη μου καρδιά και την έκανα φτερά». Μέσα σε λίγες λέξεις αποτυπώνεται η κεντρική κατεύθυνση του βιβλίου. Η πληγή παραμένει μέρος της ιστορίας, όμως μπορεί να πάψει να είναι ολόκληρη η ταυτότητά μας. Η επούλωση δεν σβήνει όσα έγιναν, ούτε επιστρέφει τον άνθρωπο σε εκείνον που ήταν πριν. Του επιτρέπει να προχωρήσει διαφορετικός, πιο συνειδητός και ίσως περισσότερο δικός του.
Κρατώ, ωστόσο, μια απαραίτητη επιφύλαξη. Ένας αναγνώστης που αναζητά συστηματική επιστημονική ανάλυση του τραύματος, εκτενή θεωρία, κλινικά πρωτόκολλα ή μια αυστηρά δομημένη θεραπευτική μέθοδο πιθανότατα θα χρειαστεί κάτι περισσότερο. Η μορφή των σύντομων κειμένων και των φράσεων μπορεί σε ορισμένα σημεία να μοιάσει επαναληπτική, ειδικά σε όσους διαβάζουν συχνά βιβλία ψυχολογίας και αυτογνωσίας. Κανένα βιβλίο, όσο τρυφερό ή εύστοχο κι αν είναι, δεν αντικαθιστά την ψυχοθεραπεία όταν ο πόνος έχει γίνει βαρύς, επίμονος ή δυσλειτουργικός. Η αξία του συγκεκριμένου βρίσκεται αλλού. Ανοίγει ένα παράθυρο, βοηθά τον άνθρωπο να αναγνωρίσει τι συμβαίνει μέσα του, του δίνει λέξεις και ίσως τον φέρνει λίγο πιο κοντά στην απόφαση να ζητήσει την ουσιαστική βοήθεια που χρειάζεται.
Το «Αυτό το βιβλίο το έγραψα για σένα» απευθύνεται σε όσους περνούν περίοδο απώλειας, απογοήτευσης ή μεγάλης αλλαγής, σε εκείνους που έχουν κουραστεί να αποδεικνύουν την αξία τους, που μεγάλωσαν γρηγορότερα από όσο έπρεπε και σε όσους δυσκολεύονται να δεχτούν ότι έχουν δικαίωμα να ξεκουραστούν, να θυμώσουν, να πουν όχι, να φύγουν και να ξαναρχίσουν. Η συγγραφέας το περιγράφει ως μια μικρή παύση μέσα στην ένταση της καθημερινότητας. Ίσως τελικά αυτή η παύση να είναι το πρώτο μέρος όπου μπορούμε να ακούσουμε καθαρά τη δική μας φωνή.
Γιατί η θεραπεία δεν αρχίζει πάντα με μια μεγάλη απόφαση. Μπορεί να αρχίσει από μια σελίδα στην οποία αναγνωρίζεις τον εαυτό σου, από μια φράση που χαμηλώνει για λίγο την ενοχή, από τη συνειδητοποίηση ότι δεν είσαι αδύναμος επειδή κουράστηκες και από εκείνη την ήσυχη στιγμή που σταματάς να περιμένεις από τους άλλους να σε σώσουν και γυρίζεις, ίσως για πρώτη φορά, προς το μέρος σου.
Και εσύ, αν μπορούσες σήμερα να καθίσεις απέναντι από τον πιο πληγωμένο εαυτό σου, τι θα του έλεγες;
Γράφει η Εύα Νάτση