Το «Έστησ’ ο έρωτας χορό» της Γιώτας Ν. Γουβέλη είναι ένα μυθιστόρημα που δεν περιορίζεται στην αφήγηση μιας ερωτικής ιστορίας. Είναι μια κατάδυση στην ανθρώπινη ψυχή και παράλληλα ένα οδοιπορικό στην Ιστορία του τόπου μας. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες η συγγραφέας στήνει έναν καμβά γεμάτο συγκίνηση, πάθος και μνήμη, οδηγώντας τον αναγνώστη σε μια εμπειρία που τον αγγίζει βαθιά και τον ακολουθεί πολύ πέρα από την τελευταία σελίδα.
Η Λενιώ, δεκαπεντάχρονη μαθήτρια στο Παρθεναγωγείο της Αθήνας, ονειρεύεται να γίνει δασκάλα, να ζήσει ήσυχα, να γνωρίσει την αγάπη. Δύο ευέλπιδες διεκδικούν την καρδιά της, η επιλογή της όμως θα καθορίσει τη μοίρα της ζωής της. Ο ένας θα γίνει σύντροφος, ο άλλος θα μετατραπεί σε ορκισμένο εχθρό, σε σκιά που θα στοιχειώσει το μέλλον της και θα απλωθεί σαν κατάρα πάνω από την οικογένειά της. Από εκείνη τη στιγμή ο έρωτας παύει να είναι προσωπική υπόθεση και μετατρέπεται σε δύναμη καταλυτική, που καθορίζει το πεπρωμένο.
Το σκηνικό αλλάζει ραγδαία. Ο Μεγάλος Πόλεμος, η Κατοχή, ο Εμφύλιος στροβιλίζουν τους ήρωες μέσα σε μια δίνη Ιστορίας που δεν αφήνει κανέναν αλώβητο. Ο διχασμός εισβάλλει στο ίδιο το σπίτι της Λενιώς, στα παιδιά της, στο αίμα της οικογένειας. Αδέλφια βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδα, ο αδελφοκτόνος σπαραγμός διαλύει ό,τι με κόπο χτίστηκε. Η Γουβέλη δεν παρουσιάζει τα γεγονότα σαν μακρινό φόντο. Τα κάνει βίωμα, τα φέρνει στο κέντρο της ζωής των ηρώων, αποτυπώνοντας τη φρίκη μιας χώρας που πολεμά τον ίδιο της τον εαυτό.
Κι όμως, μέσα στο σκοτάδι, ένα παλιό τετράδιο εμφανίζεται σαν ψίθυρος από το παρελθόν. Η Λενιώ βρίσκει το βιβλίο της προγιαγιάς της που είχε ζήσει έναν άλλο εμφύλιο, την Έξοδο του Μεσολογγίου. Μέσα από τις σελίδες του ξετυλίγεται ένας δεύτερος καθρέφτης: δύο εποχές, δύο γυναίκες, δύο αγώνες που μοιάζουν και συναντιούνται. Η προγιαγιά και η Λενιώ, χωρισμένες από αιώνες, μοιράζονται τον ίδιο σταυρό και το ίδιο δίλημμα. Το μήνυμα είναι σπαρακτικά καθαρό: χωρίς συγχώρεση δεν υπάρχει λύτρωση. Μια λέξη που φαντάζει εύκολη στη θεωρία, αλλά μοιάζει ακατόρθωτη όταν οι πληγές είναι νωπές και το αίμα ακόμη κυλά.
Η γραφή της Γουβέλη είναι μουσική. Άλλοτε απαλή και λυρική, άλλοτε κοφτερή και αδυσώπητη, ξέρει να ψιθυρίζει εκεί που άλλοι θα φώναζαν και να συγκλονίζει με εικόνες απλές αλλά σπαρακτικές. Οι ήρωές της δεν είναι χάρτινες φιγούρες· είναι άνθρωποι που αγαπούν, μισούν, σφάλλουν, σηκώνονται ξανά, παρασύροντας τον αναγνώστη σε μια συμμετοχή βαθιά και συγκινητική. Ο αντίζηλος της Λενιώς δεν είναι απλώς ένας «κακός», αλλά η προσωποποίηση της αρρωστημένης εμμονής. Τα παιδιά της είναι οι νέες γενιές που πληρώνουν το τίμημα του διχασμού. Η ίδια η Λενιώ στέκεται τραγική μορφή, γυναίκα και μάνα, που μαθαίνει πως καμία αγάπη δεν μπορεί να μείνει ανέγγιχτη από την Ιστορία.
Όταν φτάνει κανείς στην τελευταία σελίδα, δεν νιώθει ότι τελείωσε μια ιστορία. Νιώθει ότι συμμετείχε σε μια λειτουργία μνήμης. Η σιωπή που ακολουθεί είναι βαριά, σχεδόν ιερή. Το μυθιστόρημα αφήνει μέσα σου το ράγισμα του πόνου, αλλά και τη λάμψη μιας αλήθειας: η αγάπη αντέχει στις φλόγες, η μνήμη είναι κληρονομιά και πληγή, η συγχώρεση η μόνη γέφυρα που μπορεί να ενώνει τις γενιές και να γιατρεύει το αίμα.
Το «Έστησ’ ο έρωτας χορό» δεν είναι απλή ανάγνωση. Είναι μια εμπειρία βαθιά και λυτρωτική, ένας χορός ανάμεσα στην Ιστορία και τον έρωτα, ανάμεσα στη μοίρα και την ελευθερία. Είναι ένα βιβλίο που σε αλλάζει, που σε αναγκάζει να σταθείς μέσα στον κύκλο και να χορέψεις μαζί με τους ήρωες, τις μνήμες και τις δικές σου πληγές. Ένα μυθιστόρημα που μένει μέσα σου σαν ψαλμός, σαν τραγούδι, σαν μυστικό που δεν ξεχνιέται.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου