«Η επιστροφή: Παρίσι-Πάρος»
Μ.Κοντοσταύλου
Εκδόσεις Κασταλία 2020
σελ. 344
«Ένα δέντρο ερωτεύτηκε ένα πουλί Έτσι είναι το γραμμένο. Οι ρίζες ονειρεύονται φτερά, η ακινησία πτήσεις» Χαϊκού του Στρατή Γαλανού
Μια κοπέλα με πράσινο παλτό και παγωμένα χέρια στο αεροδρόμιο του Ορλύ. Το πράσινο στο «μπαλκόνι» του Μανέ. Η αναμονή στο βλέμμα της κοπέλας, που κάποιον περιμένει. Κάτι περίμενε που δεν ερχόταν.…
Μια βέρα, διακριτικό «αλόχου μνηστείας», μισοθαμένη σαν χρυσό δάκρυ, που΄χει σταλάξει στην άμμο…
Ο Άχιλλέας τελείωσε τις σπουδές του στο Παρίσι, έγινε καθηγητής Πανεπιστημίου στη Σορβόννη, παντρεύτηκε έκανε παιδιά και μετά από τριάντα χρόνια αποφασίζει να γυρίσει στην Πάρο, την γενέθλια γη. Εξήγησε στην γυναίκα του, Αννί, ότι θέλει να βρει τον εαυτό του. Την ψυχή του. Έπασχε από νοσταλγία για την Πάρο την ιμερτή (ποθητή). Νόστος γι΄αυτόν δεν σήμαινε μόνο επιστροφή στην πατρίδα, αλλά σήμαινε και γλυκασμό. Τον πήρε ο πόνος τώρα στα γεράματα να γυρίσει στην πατρίδα του, αφού είχε τρυγήσει προηγουμένως όλες τις ευκαιρίες που του πρόσφερε το Παρίσι. Άρχισε να στοχάζεται τα πώς και τα γιατί της πορείας του μετά από χρόνια. Κατάλαβε ότι είναι μικρή η ζωή για να μπορέσει να δεθεί σε πολλές χώρες, με πολλούς έρωτες. Αντιλήφθηκε πως το παρελθόν αν αξίζει είναι για τα σημάδια που έχει αφήσει στο παρόν. Επέστρεψε λοιπόν για βρει τις χαμένες του μνήμες.
Όταν επέστρεψε ο Αχιλλέας, ανακάλυψε πώς μία ρωγμή είχε ανοίξει στην επιφάνεια της καλοκουρδισμένης ζωής του, αναδεικνύοντας την άλλη ζωή τη βυθισμένη. Νοίκιασε ένα όμορφο αστικό σπίτι, στην Χώρα της Πάρου, στον τόπο όπου βλάστησαν τα παιδικά του χρόνια. Εκεί βρήκε παλιούς φίλους και άρχισε να πηγαίνει σε βεγγέρες με επιφανείς του τόπου. Μια από αυτές τις υπέροχες βραδιές, που περνούσε με καλή παρέα, κάποιος πρότεινε αντί να συζητάνε περί ανέμων και υδάτων ,να αρχίσουν να μιλάνε για τον έρωτα. Δηλαδή ένα σύγχρονο Συμπόσιο του Πλάτωνα…
Όποιος ήθελε μπορούσε να διηγείται μια ερωτική ιστορία. Έτσι θα αρχίσουν να μιλάνε για τον μανικό έρωτα και την εκτενή αγάπη. Ξεκίνησε η Άννα, μετά η Σοφία και τέλος η Φλωρίνα…
Στο ξετύλιγμα αυτών των ιστοριών σχεδόν όσο και η ερωτική αγάπη μετράει και η φιλική και κάθε δυνατότητα του ανθρώπου να επικοινωνεί να συνομιλεί, σαν συνυπάρχει με τους άλλους. Και φυσικά, ακόμη κι αν προϊόντος του πανδαμάτορος χρόνου, προκύψουν χωρισμοί επειδή συμβαίνει μια φορά να αγαπήσεις για πάντα ν΄ αγαπάς, ο δρόμος να συναντηθούν οι διαφορετικές πορείες παραμένει ανοιχτός…
Μ.Κοντοσταύλου
Εκδόσεις Κασταλία 2020
σελ. 344
«Ένα δέντρο ερωτεύτηκε ένα πουλί Έτσι είναι το γραμμένο. Οι ρίζες ονειρεύονται φτερά, η ακινησία πτήσεις» Χαϊκού του Στρατή Γαλανού
Μια κοπέλα με πράσινο παλτό και παγωμένα χέρια στο αεροδρόμιο του Ορλύ. Το πράσινο στο «μπαλκόνι» του Μανέ. Η αναμονή στο βλέμμα της κοπέλας, που κάποιον περιμένει. Κάτι περίμενε που δεν ερχόταν.…
Μια βέρα, διακριτικό «αλόχου μνηστείας», μισοθαμένη σαν χρυσό δάκρυ, που΄χει σταλάξει στην άμμο…
Ο Άχιλλέας τελείωσε τις σπουδές του στο Παρίσι, έγινε καθηγητής Πανεπιστημίου στη Σορβόννη, παντρεύτηκε έκανε παιδιά και μετά από τριάντα χρόνια αποφασίζει να γυρίσει στην Πάρο, την γενέθλια γη. Εξήγησε στην γυναίκα του, Αννί, ότι θέλει να βρει τον εαυτό του. Την ψυχή του. Έπασχε από νοσταλγία για την Πάρο την ιμερτή (ποθητή). Νόστος γι΄αυτόν δεν σήμαινε μόνο επιστροφή στην πατρίδα, αλλά σήμαινε και γλυκασμό. Τον πήρε ο πόνος τώρα στα γεράματα να γυρίσει στην πατρίδα του, αφού είχε τρυγήσει προηγουμένως όλες τις ευκαιρίες που του πρόσφερε το Παρίσι. Άρχισε να στοχάζεται τα πώς και τα γιατί της πορείας του μετά από χρόνια. Κατάλαβε ότι είναι μικρή η ζωή για να μπορέσει να δεθεί σε πολλές χώρες, με πολλούς έρωτες. Αντιλήφθηκε πως το παρελθόν αν αξίζει είναι για τα σημάδια που έχει αφήσει στο παρόν. Επέστρεψε λοιπόν για βρει τις χαμένες του μνήμες.
Όταν επέστρεψε ο Αχιλλέας, ανακάλυψε πώς μία ρωγμή είχε ανοίξει στην επιφάνεια της καλοκουρδισμένης ζωής του, αναδεικνύοντας την άλλη ζωή τη βυθισμένη. Νοίκιασε ένα όμορφο αστικό σπίτι, στην Χώρα της Πάρου, στον τόπο όπου βλάστησαν τα παιδικά του χρόνια. Εκεί βρήκε παλιούς φίλους και άρχισε να πηγαίνει σε βεγγέρες με επιφανείς του τόπου. Μια από αυτές τις υπέροχες βραδιές, που περνούσε με καλή παρέα, κάποιος πρότεινε αντί να συζητάνε περί ανέμων και υδάτων ,να αρχίσουν να μιλάνε για τον έρωτα. Δηλαδή ένα σύγχρονο Συμπόσιο του Πλάτωνα…
Όποιος ήθελε μπορούσε να διηγείται μια ερωτική ιστορία. Έτσι θα αρχίσουν να μιλάνε για τον μανικό έρωτα και την εκτενή αγάπη. Ξεκίνησε η Άννα, μετά η Σοφία και τέλος η Φλωρίνα…
Στο ξετύλιγμα αυτών των ιστοριών σχεδόν όσο και η ερωτική αγάπη μετράει και η φιλική και κάθε δυνατότητα του ανθρώπου να επικοινωνεί να συνομιλεί, σαν συνυπάρχει με τους άλλους. Και φυσικά, ακόμη κι αν προϊόντος του πανδαμάτορος χρόνου, προκύψουν χωρισμοί επειδή συμβαίνει μια φορά να αγαπήσεις για πάντα ν΄ αγαπάς, ο δρόμος να συναντηθούν οι διαφορετικές πορείες παραμένει ανοιχτός…